Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Για τον μιλιταρισμό και την εργατική τάξη

Ομιλία στις 12 Μαΐου 1914 στην 6η εκλογική περιφέρεια του Βερολίνου
Σύμφωνα με μια ανταπόκριση εφημερίδας
της Ρόζας Λούξεμπουργκ

Δεν πέρασε ούτε μια βδομάδα που ο οριζόμενος αντιπρόσωπος του γερμανικού μιλιταρισμού Φάλκενχαιν (Falkenhayn) δήλωσε στο Ράιχστακ [γερμανική βουλή], ότι, αν δεν είναι δυνατό να στηριχτεί κανείς μελλοντικά στις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, όπως αυτό συνέβαινε παλιότερα, τότε μπορεί να κλαπεί από αυτές όλη τους η κουλτούρα. Μ΄ αυτά τα λόγια χαρακτηρίζεται εύστοχα το πνεύμα του σημερινού μιλιταρισμού. Και ο αγαπητός μου εισαγγελέας στη Φρανκφούρτη είπε τη μεγάλη κουβέντα: Ένας σοσιαλδημοκράτης που κάνει προπαγάνδα ενάντια στο πόλεμο και τον μιλιταρισμό, πρέπει να κλειστεί στη φυλακή για μεγάλο χρονικό διάστημα επειδή πρόκειται για μια απόπειρα ενάντια στη ζωτική αρτηρία του κράτους. 
Συνεπώς, η τυφλή υποταγή του στρατιώτη αποτελεί τη ζωτική αρτηρία του κράτους. Αν όμως ο στρατιώτης αρχίσει να σκέφτεται τη σκοπιμότητα των διαταγών αντί να υπακούει σε όλες τις διαταγές από τα πάνω σαν τυφλό εργαλείο, τότε ο ίδιος θα γίνει η ζωτική αρτηρία και η μεγαλοπρέπεια του σημερινού στρατιωτικού κράτους θα καταρρεύσει. Η απόλυτη δουλική υπακοή χαρακτηρίζεται ως ζωτική αρτηρία του κράτους. Αντιθέτως, δεν μεριμνά κανείς για τον εφοδιασμό του λαού με τρόφιμα που τα στερείται.
Εδώ και δεκαετίες αναπτύσσεται στις μάζες του γερμανικού λαού η πείνα για μόρφωση και γνώση. Αυτό αποτελεί καρπό της διαφωτιστικής μας δουλειάς. Αλλά οι κυρίαρχες τάξεις δεν σκέφτονται να διαμορφώσουν τα λαϊκά σχολεία, γιατί αυτά δεν αποτελούν ζωτική αρτηρία του κράτους. Δεν είναι οι σοσιαλδημοκράτες που τα λένε αυτά, αλλά οι καλοδιορισμένοι αντιπρόσωποι του σημερινού ταξικού κράτους. Η εισαγγελική αρχή και ο υπουργός Άμυνας μάς κατηγόρησαν όμως επίσης ότι είμαστε κακοί πατριώτες, και ειδικά το άτομό μου το βαραίνει η ρετσινιά ότι είμαι άπατρις. Αν κάποιος έχει το δικαίωμα να μιλά για πατρίδα, τότε αυτοί είμαστε εμείς. Εμείς, ο εργαζόμενος λαός, με τα χέρια του οποίου διατηρείται ολόκληρη η κοινωνία. Φυσικά, δεν είμαστε της άποψης ότι όλοι οι λαοί πρέπει να είναι έτοιμοι να ορμήσουν ο ένας ενάντια στον άλλο σαν κτήνη και ότι τελικά δίκιο έχει αυτός που φτιάχνει τους μεγαλύτερους σωρούς από πτώματα. Πολύ περισσότερο, εμείς πιστεύουμε ότι στα συμφέροντα της ανθρωπότητας αντιστοιχεί καλύτερα, το ότι όλοι οι λαοί ζουν μεταξύ τους σε πλήρη ειρήνη και φιλία αν δεν υπάρχουν διακρίσεις με βάση τη φυλή, τη γλώσσα και την πίστη και συναγωνίζονται στην εκπλήρωση πολιτισμικών ζητημάτων. Φυσικά, δεν τρέφουμε την αυταπάτη ότι αυτό το ιδεώδες μπορεί να πραγματοποιηθεί όσο διάστημα υπάρχει καπιταλισμός. Σ΄ αυτό διαφέρουμε επίσης από τους αστούς ειρηνόφιλους, οι οποίοι μόλις επέστρεψαν από τη Διάσκεψη της Βέρνης[1], ψήφισαν τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία υπέρ των τεράστιων νομοσχεδίων για τις ένοπλες δυνάμεις, που έχουμε βιώσει ποτέ. Όταν λέμε ότι οι πόλεμοι είναι αναπόφευκτοι όσο διάστημα κυριαρχεί ο καπιταλισμός, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι θέλουμε να είναι ο λαός ανυπεράσπιστος. Το αντίθετο, εμείς θέλουμε να δώσουμε σε όλους τους στρατεύσιμους άνδρες όπλα. Τότε και η απόφαση για πόλεμο και ειρήνη θα βρίσκεται πράγματι στα τίμια χέρια του λαού. 
Αν κατά τις προσπάθειες του σημερινού μιλιταρισμού επρόκειτο πραγματικά για την υπεράσπιση της πατρίδας, τότε δεν θα ήταν αναγκαίο το κατακριτέο σύστημα της κακοποίησης των στρατιωτών. Ή πιστεύει κάποιος στα σοβαρά ότι ο κακομεταχειρισμένος στρατιώτης θα πάει στη μάχη με ιδιαίτερο ενθουσιασμό; Οι κακομεταχειρίσεις ανήκουν στο σιδερένιο απόθεμα των στρατιωτικών μεθόδων αγωγής. Είναι αναγκαίες για να μετατρέψουν τους στρατιώτες σε άβουλους σκλάβους που αφήνονται να τους διατάζουν διαπράττοντας κάθε έγκλημα, που αφήνονται να τους χρησιμοποιούν, διαπράττοντας εκείνες τις φρικαλεότητες που βιώσαμε στην εκστρατεία της Κίνας, στη πάλη ενάντια στους Χερέρος. Είναι όμως ακόμη αναγκαίες, για να είναι ο στρατιώτης έτοιμος, χωρίς να του καίγεται καρφί, να πυροβολεί τα αδέρφια του τους εργάτες, τον πατέρα και τη μητέρα του.
Από όποια πλευρά επομένως κι αν παρατηρήσει κανείς το μιλιταρισμό, πρέπει να δοθεί δίκιο στην εισαγγελία της Φρανκφούρτης: Οι ένοπλες δυνάμεις είναι η ζωτική αρτηρία του σημερινού κράτους. Και ακριβώς, ενάντια σ΄ αυτό πρέπει να κατευθύνουμε όλη μας τη δύναμη. Αν μάς αποδίδουν επίσης την ευθύνη, ότι για το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης θέλουμε να αποφασίζει ο λαός, παρ΄ όλο που τίποτα από αυτά δεν στέκεται μέσα στο Σύνταγμα, τότε απαντάμε σ΄ αυτό με τα λόγια του δεξιοτέχνη μας Λασάλ: Το πραγματικό Σύνταγμα είναι οι πραγματικές σχέσεις εξουσίας. Και οι εργαζόμενες μάζες έχουν την εξουσία όταν ξέρουν να την χρησιμοποιούν. Δεν πρόκειται πλέον να λάβει χώρα κανένας πόλεμος μόλις οι μάζες δηλώσουν: Δεν θέλουμε γενοκτονίες! Είναι όμως γελοίο να πιστεύει κανείς ότι θα περιμέναμε για παράδειγμα μέχρι και μισή ώρα πριν αρχίσει η σφαγή, για να τραβήξουμε τότε τον στρατιώτη απ΄ το μανίκι και να του πούμε ότι δεν πρέπει να πυροβολήσει. Ξέρουμε ότι η καρδιά του εργάτη δεν θα προδώσει τα ιδανικά της ειρήνης με όλη την ανθρωπότητα, ακόμη κι αν ο προλετάριος φορά τη στολή του βασιλιά. Γι΄ αυτό, όπως ο έξυπνος αγρότης, αρχίζουμε έγκαιρα με τη σπορά.
Ο μιλιταρισμός όμως και οι κυρίαρχες τάξεις έχουν χάσει την πίστη στον ίδιο τους τον εαυτό. Από δω εξηγείται και ο φόβος τους για την αγκιτάτσια μας. Ο μιλιταρισμός και το σημερινό κράτος που έχει οικοδομηθεί πάνω σ΄ αυτόν, είναι για αυτό ακριβώς σάπιοι. Εμείς όμως είμαστε η ηθική δύναμη. Και οι διώξεις στις οποίες είμαστε εκτεθειμένοι οδηγούν προς εμάς όλο και νέες μάζες. Όταν λέγονται τέτοιου είδους διαφωτιστικά λόγια, όπως αυτά από τον υπουργό Άμυνας και τον εισαγγελέα, τότε πρέπει να πάμε στη μάχη με δεκαπλάσια διάθεση και ευχαρίστηση.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Vorwärts [Εμπρός] (Βερολίνο), Αρ. 130 στις 14 Μαΐου 1914
Πηγή: Rosa Luxemburg, Gesammelte Werke, τομ. 3, σ. 443-445
Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Στις 11 Μαΐου του 1913 έλαβε χώρα στη Βέρνη μια ενημερωτική Διάσκεψη 156 γερμανών και γάλλων βουλευτών, στην οποία η γερμανική σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπευόταν με 24 βουλευτές. Ομόφωνα έγινε αποδεκτό ένα ψήφισμα το οποίο καταδίκαζε και δήλωνε ότι η συντριπτική πλειοψηφία του γερμανικού και του γαλλικού λαού θέλει την ειρήνη και απαιτούσε τη διευθέτηση των διεθνών συγκρούσεων από διαιτητικά δικαστήρια.
πηγή:orizondas

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου