Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Σημειώσεις για τους εργατικούς αγώνες στη Μεταπολίτευση(74'-81')

Η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές του 1974 με 54% συνοδεύτηκε από το ξεκίνημα ενός πρωτοφανούς ξεσπάσματος του εργατικού κινήματος. Η κατάσταση έμοιαζε, όπως μας αφηγούνταν παλιοί αγωνιστές, με αυτή του 1945, όταν η Ελλάδα έβγαινε από τη γερμανική κατοχή...του Νίκου Γουρλά.
 
Με τη λήξη των εργασιών του 35ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ (Μάιος 2013) ουσιαστικά κλείνει ένας κύκλος του  συνδικαλιστικού κινήματος που χαρακτηρίστηκε από την αδυναμία του να ανατρέψει, ή έστω να εμποδίσει, ή να καθυστερήσει, την επίθεση της αστικής τάξης και του κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου, σε όλη τη γραμμή του μετώπου των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων του εργατικού κινήματος των τελευταίων εκατό χρόνων.
Τα δυο βασικά ρεύματα του εργατικού κινήματος, αυτό της αστικής διαχείρισης, της ενσωμάτωσης και της υποταγής, αλλά και το ταξικό ρεύμα, σε όλες τις εκδοχές τους, ηττήθηκαν. Το μεν ένα στα σαλόνια του ΣΕΒ και του Μαξίμου, το δε άλλο στην πύλη της Χαλυβουργίας και του αμαξοστάσιου του μετρό. Αλλά και η άτακτη οπισθοχώρηση της ηγεσίας της ΟΛΜΕ με την αναστολή της απεργίας που αποφάσισαν οι πλέον μαζικές συνελεύσεις των καθηγητών των τελευταίων είκοσι χρόνων, αφήνουν μεγάλα ερωτηματικά για τα όρια αυτού του συνδικαλιστικού κινήματος, δημιουργώντας έντονες διεργασίες στη συνδικαλιστική αριστερά όλων των εκφάνσεων και των ρευμάτων για το παρόν και το μέλλον του ε.κ για την ανασυγκρότηση του και την αναζήτηση εκ νέου της πολιτικής και κοινωνικής προοπτικής του, αλλά και του περιεχομένου του.
 
Κλείνει τέλος ένας κύκλος για το συγκεκριμένο μοντέλο συνδικαλιστικής οργάνωσης, αφού η τάση της απομαζικοποίησης των συνδικάτων χρόνο με το χρόνο συνεχώς αυξάνεται, αφού η συνδικαλιστική πυκνότητα  έχει φτάσει σήμερα κάτω από 15%, όταν τη δεκαετία του '80 προσέγγιζε το 40%, ενώ επιχειρησιακό σωματείο υπάρχει σήμερα μόνο στο 4% των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα. Παρατηρούμε ότι, ενώ  αυξάνεται αριθμητικά η εργατική τάξη, η μεγάλη πλειοψηφία των νέων εργαζομένων παραμένει εκτός συνδικάτων. Η τάση αυτή δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο αλλά παγκόσμιο. Όλα αυτά βάζουν σε κρίση όλο το συνδικαλιστικό εποικοδόμημα, είναι κρίση αναπροσανατολισμού, στόχων, ιδεολογικού και πολιτικού περιεχομένου, αλλά και νέας  οργανωτικής δομής των συνδικάτων.
 
Η μελέτη και η εξαγωγή συμπερασμάτων, καθώς και ο διάλογος, που πρέπει να αναπτυχθεί για  την περίοδο, για το τι έφταιξε για την σημερινή άθλια κατάσταση του σ.κ., είναι όρος και προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος σε νέες βάσεις. Αυτό είναι πρωτίστως καθήκον, όχι απλά κάποιας πολιτικής πρωτοπορίας η κάποιων ειδικών αλλά του συνόλου της συνδικαλιστικής αριστεράς. Αναμφίβολα πολλές μελέτες έχουν γράφει από ιστορικούς, νομικούς, κοινωνιολόγους και άλλους επιστήμονες, για το εργατικό κίνημα της εποχής, πολλές από αυτές είναι αξιόλογες και από ταξική σκοπιά. Όμως θεωρούμε απαραίτητο, οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές, ιδιαίτερα της ταξικής πτέρυγας, του εργατικού κινήματος να συμβάλουν σε αυτές τις απαντήσεις, που είναι αναγκαίες, όχι μόνο για την ιστορική καταγραφή, αλλά και για το ίδιο το μέλλον του ταξικού εργατικού κινήματος.
 
Η πρώτη οικονομική κρίση και οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις της περιόδου
Η πτώση της χούντας τον Ιούλιο του 1974 βρίσκει την οικονομία να παρουσιάζει ήδη τα πρώτα σημάδια ύφεσης, λόγω της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης, που είχε ξεσπάσει στις αρχές της δεκαετίας του '70, αν και η ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, η ναυτιλία και ο τομέας κατασκευών, εξακολουθεί, να παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξη. Το οικονομικό μεταπολεμικό θαύμα της Ελλάδας εμφανίζει τα πρώτα σημάδια στασιμότητας, ενώ οι δείκτες του πληθωρισμού χρόνο με τον χρόνο ανεβαίνουν. Υπάρχει πτώση των ρυθμών ανάπτυξης του ΑΕΠ, ενώ στους επιμέρους τομείς, ιδιαίτερα στον βιομηχανικό, αρχίζουν και εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια πτώσης της παραγωγής και των επενδύσεων σε αυτούς. Έχουμε, τέλος, πτώση και των δημοσίων επενδύσεων, ενώ αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια  μόνιμης ανεργίας, που μέχρι τότε ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα (λαμβάνοντας υπόψη πάντα το μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων).
 
Ρυθμός ανάπτυξης, Πληθωρισμός, ανεργία
Έτος Ρυθμός ανάπτυξης Πληθωρισμός Ανεργία
1974 -6,4 26,8 2,1
1975 6,4 13,4 2,3
1976 6,9 13,3 1,9
1977 2,9 12,2 1,7
1978 7,2 12,5 1,9
1979 3,3 19,0 1,9
1980 0,7 24,9 2,7
1981 -1,6 24,5 4,0
Άγγελος Καλοδούκας: Η χαμένη δεκαετία του 1980.
 
Όμως παρά τα πρώτα σημάδια κρίσης ειδικά στον κλάδο των ναυπηγείων η αύξηση του ΑΕΠ τη δεκαετία του '70 εξακολουθεί να είναι πολύ πάνω από το μέσο όρο της ΕΟΚ των 12.
 
 
Αύξηση ΑΕΠ
Αύξηση βιομ. παραγωγής
  1971-1980 1981-1985 1986-1988 1971-80 1981-1985 1986-1988
ΕΛΛΑΔΑ 4,7 1,4 1,6 6,9 1,4 1,3
ΕΟΚ - 12 3,0 2,5 3,1 2,7 1,7 2,8
Σπύρος Σακελλαρόπουλος: Η Ελλάδα στη Μεταπολίτευση. Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις 1974-1988, σ. 520
 
Αυτό οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στο ότι ταυτόχρονα εμφανίζεται,  ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα (υπηρεσίες εμπόριο κλπ).  Η αστική οικοδομική «έκρηξη»  που σημειώθηκε το ‘70 η ανάπτυξη του τουρισμού και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κυρίως   στον ιματισμό, στην υφαντουργία και στα τρόφιμα, δίνει κάποια παράταση ζωής και στην βιομηχανία. Όμως δεν γίνονται   επενδύσεις σε νέο  εξοπλισμό  η  προσαρμογές του υφιστάμενου  βιομηχανικού εξοπλισμού στις νέες τεχνολογίες, πλην του κλάδου παραγωγής πολεμικού υλικού όπου λόγω της τεράστιας αύξησης των πολεμικών δαπανών πραγματοποιούνται στον κλάδο αυτό κρατικές επενδύσεις . Έχουμε όμως μια ανάπτυξη της μικρομεσαίας επιχείρησης, που σε πολύ σύντομο χρονικό διάσημα θα αποτελέσει τον βασικό κορμό της ελληνικής οικονομίας.
Περικλής Παπαδόπουλος: «Μερικές νέες εξελίξεις  στην σύνθεση της ελληνικής εργατικής τάξης». ΚΟΜΕΠ 12/86 

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 ο ελληνικός καπιταλισμός είναι πλέον σε φάση κρίσης. Η μεγαλοαστική τάξη (Μποδοσάκης, Κεφαλάς, Νιάρχος, Στράτος, κλπ) με κεντρική επιλογή της την πρόσδεση της χώρας στην ΕΟΚ, προετοιμάζει και ολοκληρώνει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 την έξοδο των κεφαλαίων της σε άλλες, πιο προσοδοφόρες για αυτούς, επενδύσεις, κατά κύριο λόγο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αφήνοντας πίσω της χρέη και δάνεια που ουδέποτε πληρώθηκαν. «Ας δούμε πως αντέδρασε το «δαιμόνιο» του Νιάρχου στην κρίση της ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας. Η κρίση στον κλάδο ξέσπασε το 1974 -75 κύρια στα ναυπηγεία της ΕΟΚ η «επίθεση» της Ιαπωνίας και της Ν. Κορέας είχε σαν αποτέλεσα να αρχίσει να χάνει ο Νιάρχος επισκευαστικό έργο. Όμως ο Νιάρχος δεν ανασυγκρότησε τον κλάδο ούτε καν σε καπιταλιστική βάση, προτίμησε να στρέψει αλλού τα επιχειρηματικά του «δαιμόνια» όπως σε ξενοδοχεία στην Φλόριντα , στα άλογα, στην κερδοσκοπία με τον χρυσό και την πλατίνα σε μετοχές τραπεζών… Με την σύμβαση 3593  ο Νιάρχος εξασφάλισε :Την εξαγωγή όλου του συναλλάγματος στο εξωτερικό χωρίς κανέναν έλεγχο. Την ουσιαστική φοροαπαλλαγή του αφού πλήρωνε μόνο 3%φορολογια πάνω στα επίσημα κέρδη του .Απαλλαγή  από κάθε είδους εισφορές , τέλη, φορολογίες για κάθε πράξη του»
Σ. Μαγκλιβέρα, «Ναυπηγεία Σκαραμαγκά: Θέσεις που επιβεβαιώνονται». ΚΟΜΕΠ 5/85
 
Η ντόπια μεγαλοαστική τάξη αντιλαμβάνεται ότι, χάνει την ασυδοσία , που της εξασφάλιζε το μετεμφυλιακό καθεστώς (με αποκορύφωμα την χούντα), όπου με την τρομοκρατία, τις φυλακίσεις και την διάλυση του εργατικού συνδικαλιστικού  κινήματος, την σε εξαθλιωτικό επίπεδο συμπίεση του εργατικού εισοδήματος, επιτύγχανε  και διατηρούσε ένα ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους, χωρίς να επενδύει στον εκσυγχρονισμό των μηχανημάτων και του βιομηχανικού εξοπλισμού, χάνει πλέον το πλεονέκτημα της έναντι του διεθνούς ανταγωνισμού.  Βλέποντας, λοιπόν, ότι το φτηνό μεροκάματο αμφισβητείται άμεσα από το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, αφήνει τα εργοστάσια κυριολεκτικά να σκουριάσουν και να σαπίσουν, με τεχνολογίες ξεπερασμένες, χωρίς καμιά δυνατότητα ανταγωνιστικότητας στην παγκόσμια αγορά και, στο τέλος, τα εγκαταλείπει στο κράτος ως «προβληματικές επιχειρήσεις », μεταφέροντας μαζί τους τα χρέη και την μελλοντική τους αργά η γρήγορα  οριστική χρεοκοπία οδηγώντας στην ανεργία χιλιάδες εργαζομένους.
 
Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τι συνέβη την περίοδο 1975-1985: Ο Νιάρχος εγκατάλειψε τα ναυπηγεία του με μια συμφωνία το περιεχόμενο της οποίας μέχρι σήμερα ουδείς γνωρίζει. Ο Μποδοσάκης  χρεοκόπησε την Πυρκάλ,  η οποία εντάχτηκε στις προβληματικές και ο ελληνικός λαός πλήρωσε όλη την χασούρα του. Η Σόφτεξ και αυτή μπήκε στις προβληματικές, για μεγάλο διάστημα γινόταν προσπάθειες εξυγίανσης της εταιρίας, που δεν κατέληξαν πουθενά, με αποτέλεσμα στην δεκαετία του 2000 να κλείσει οριστικά και να βρεθούν οι εργαζόμενοι στην ανεργία. Η Πειραϊκή Πατραϊκή, ο κορμός της κλωστοϋφαντουργίας στην Ελλάδα, με χιλιάδες εργαζομένους,  κατέληξε και αυτή στις προβληματικές και, παρά την προσπάθεια για να μπει στην αγορά της Γερμανίας, απέτυχε με τα γνωστά αποτελέσματα. Στο μέταλλο η Ελίντα, η Θερμίδα, ο  Καζής, ο Αβράσογλου άφησαν τις επιχειρήσεις τους να γίνουν παλιοσίδερα, μεταφέροντας τα κεφάλαια τους σε χρηματοοικονομικού περιεχομένου επενδύσεις. Στα  Αμαξώματα  ΒΙΑΜΑΞ, ΣΑΡΑΚΑΚΗΣ, ΜΑΖΝΤΑ, ΘΕΟΧΑΡΑΚΗΣ έκλεισαν το κατασκευαστικό μέρος ή το μετέφεραν σε άλλες χώρες με φτηνή εργατική δύναμη  και κράτησαν μόνο το εμπορικό (εισαγωγές).
 
Στην Κλωστοϋφαντουργία και στον ιματισμό οι περισσότερες επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν μετά το 1990 σε Βουλγαρία ή Αλβανία. Στο Φάρμακο εξαγοράστηκε η μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρήσεων, από το πολυεθνικό κεφάλαιο, λειτουργώντας μέχρι σήμερα σαν παραγωγοί προϊόντων φασόν  των μητρικών εταιριών της Ελβετίας και της Γερμανίας. Στον τομέα των τροφίμων οι Βασιλόπουλος και Μαρινόπουλος πουλάνε τις εταιρίες τους σε μεγάλες αλυσίδες γερμανικών, κατά κύριο λόγο, συμφερόντων. Η ΕΤΜΑ, εργοστάσιο τεχνητής μετάξης μοναδικό στα Βαλκάνια, μετέφερε το εργοστάσιο στην Κίνα. Οι κερδοφόρες βιομηχανίες  ΑΓΕΤ, ΜΕΤΑΞΑΣ, ΠΑΥΛΙΔΗΣ, ΙΟΝ πουλήθηκαν σε πολυεθνικές. Στην βιομηχανία των λιπασμάτων από τέσσερα εργοστάσια έμεινε ένα.
 
Από όλα τα  παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, από τα μέσα της δεκαετίας του '70,  η αστική τάξη δεν έκανε ουσιαστικά καμία επένδυση για να στηρίξει την ελληνική βιομηχανία, καταστρέφοντας  έτσι τον μεγάλο όγκο των παραγωγικών δυνάμεων. Το μεγαλύτερο κομμάτι της παραγωγικής βάσης της χώρας μπήκε στις προβληματικές και αργά η γρήγορα καταστράφηκε. Το ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο, ουσιαστικά, επιλέγοντας την σύνδεση  του με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς της ΕΟΚ μετακόμισε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και σε ανερχόμενους τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες, η φαρμακευτική βιομηχανία κλπ. Κομβικό στοιχείο αυτής της περιόδου είναι η επέκταση του κεφαλαίου σε χώρους και τομείς που μέχρι τώρα αποτελούσαν υπηρεσίες, τις οποίες αναλάμβανε το κράτος. Χώροι όπως η υγεία, η παιδεία, η πρόνοια, η ασφάλιση, οι υπηρεσίες γενικότερα,  είναι πεδία νέας κερδοφορίας, άμεσης και ευέλικτης παρέμβασης του ιδιωτικού κεφαλαίου  και των υπηρεσιών που γνωρίζουν αλματώδη εξέλιξη. Το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας ως ποσοστό στο ΑΕΠ βρισκόταν στο ύψος  70%-75% κατά το 1978-1983 και υποχωρεί  το 1984 στο επίπεδο του  65%-70%. Αντιστρόφως, μεγάλη αύξηση σημειώθηκε στα κέρδη, τους τόκους και τις προσόδους, δηλαδή στα εισοδήματα της ιδιοκτησίας.
 
1974-1981. Το εργατικό κίνημα στο προσκήνιο της πολιτικής αλλαγής.
Η πτώση της χούντας βρίσκει το ταξικό εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ουσιαστικά διαλυμένο. Τα στελέχη του βρίσκονται σε φυλακές και εξορίες. Στα εργοστάσια και γενικότερα στους τόπους δουλειάς υπάρχει ωμή τρομοκρατία από την εργοδοσία, που εξακολουθεί να στηρίζεται στους χουντικούς μηχανισμούς, ιδιαίτερα στα μεγάλα εργοστάσια. H Δικτατορία είχε διαλύσει τα αγωνιστικά εργατικά συνδικάτα της δεκαετίας του 60, τα συνδικάτα της θρυλικής «Συντονιστικής επιτροπής των 115», που συσπείρωνε πάνω από 800 σωματεία Ε.Κ και ομοσπονδίες. Με την  τελευταία απεργία των οικοδόμων στις 12 Απρίλη του 67, που κτυπήθηκε βάναυσα από την αστυνομία, πέφτει η αυλαία μιας εποχής μεγάλων εργατικών αγώνων, που είχαν πρωτοπορία τους οικοδόμους. Οι συνθήκες, μέσα στις οποίες βιώνει η εργατική τάξη την πολιτική αλλαγή του 1974, είναι οι  χαμηλές αμοιβές, οι κακές συνθήκες εργασίας, ο μεγάλος αριθμός εργατικών ατυχημάτων,  η αστυνόμευση των εργατών στη δουλειά τους, το ανύπαρκτο εργατικό δίκαιο. Οι συνθήκες αυτές είναι το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο που γέννησε τους μεταπολιτευτικούς εργατικούς αγώνες. Αυτή η κατάσταση συσσώρευσε απεριόριστη οργή στις συνειδήσεις των εργαζομένων, αλλά και την θέληση για άμεση συνδικαλιστική οργάνωση. Σε αυτό κατά κύριο λόγο ανταποκρίθηκε το ΚΚΕ.
 
Η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές του 1974 με 54% συνοδεύτηκε από το ξεκίνημα ενός πρωτοφανούς ξεσπάσματος του εργατικού κινήματος, με κύριο χαρακτηριστικό του για πρώτη φορά την δυναμική εμφάνιση (κινητήρια δύναμη) του βιομηχανικού  εργοστασιακού  προλεταριάτου, των οικοδόμων και, σε δεύτερη φάση, των εργαζομένων στις τράπεζες και στην κοινή ωφέλεια. Η κατάσταση έμοιαζε, όπως μας αφηγούνταν παλιοί αγωνιστές του συνδικαλιστικού κινήματος, με αυτή του 1945, όταν η Ελλάδα έβγαινε από την γερμανική κατοχή. Και τότε η προσπάθεια οργάνωσης της εργατικής τάξης, με την καθοδήγηση όμως του εργατικού ΕΑΜ, τηρούμενων των αναλογιών, έπαιρνε τέτοιες μεγάλες διαστάσεις. Είναι χαρακτηριστικό το πώς αναφέρεται η 12 ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ τον Ιούλιο του '45 σε αυτό το φαινόμενο. «Η ολομέλεια τονίζει την εξαιρετική σπουδαιότητα που έχει για το εργατικό και το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα η πρωτοβουλία που παίρνουν οι εργάτες και φτιάχνουν σε όλα τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις της χώρας εργοστασιακές επιτροπές. Οι επιτροπές βγαλμένες δημοκρατικά με μυστική ψηφοφορία από την συνέλευση των εργατών και εργατριών στο εργοστάσιο, ή την επιχείρηση, θα αποτελούν τα θεμέλια και τους πρωτεργάτες στην πάλη για τις άμεσες διεκδικήσεις της εργατιάς και για τον παλλαϊκό δημοκρατικό αγώνα.» Λόγια που θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί και το '75.
 
Στόχος των εργαζομένων ήταν να αποκατασταθούν οι συνδικαλιστικές ελευθερίες, να αποκατασταθεί το εργατικό εισόδημα, που χανόταν λόγω του ραγδαία ανερχόμενου πληθωρισμού, να συγκροτηθεί ένα σοβαρό κράτος πρόνοιας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργηθούν θεσμοί εργατικού ελέγχου, συμμετοχής και αυτοδιαχείρισης. Οι εργαζόμενοι οργανώθηκαν όπου βρέθηκαν, ακολουθώντας όσους έκφραζαν ένα ριζοσπαστικό συνδικαλιστικό αλλά και πολιτικό λόγο. Χρησιμοποίησαν από τις πιο απλές μορφές  αυτοοργάνωσης, με εργοστασιακές επιτροπές,  μέχρι την ίδρυση σωματείων, αποφάσιζαν δημοκρατικά μέσα από εργοστασιακές συνελεύσεις, παρά και ενάντια στους νόμους της χούντας, που υπήρχαν ακόμα. Διεκδικούσαν αυξήσεις στους μισθούς, βελτίωση των συνθηκών εργασίας, δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα στους τόπους δουλειάς. Είναι ενδεικτικοί οι παρακάτω πίνακες, που δείχνουν την ραγδαία ανάπτυξη των εργατικών αγώνων.
 
ΑΠΕΡΓΙΕΣ 1976-1981
Έτος Απεργίες Απεργοί Χαμένες ώρες εργασίας
1976 947 300.753 6.145.000
1977 567 559.860 9.463.000
1978 616 471.300 7.406.000
1979 588 1.262.400 12.255.000
1980 472 1.317.917 20.494.744
1981 313 361.806 5.341.961
Σπύρος Σακελλαρόπουλος: Η Ελλάδα στη μεταπολίτευση Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις 1974-1988. Σελ 514
 
Τα στοιχεία αυτά είναι από επίσημες πήγες (Υπουργείο Εργασίας-Βήμα 30/12/1990). Τα στοιχεία όμως που δίνει η ΕΣΑΚ, ιδιαίτερα για τον αριθμό των απεργών είναι πολύ μεγαλύτερα. Για παράδειγμα το 1976 δίνει 1.340.000 και το 1977 1.606.600. Το 1978 μόνο στο πρώτο εξάμηνο 1.500.000.
 
Κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου ήταν οι απεργίες διαρκείας (πάνω από 1 μήνα).
24ωρες 89
48ωρες 85
Διάρκειας 99
Πανελλαδικές 40
 
Έτσι ενώ τα έτη 1953-1962 ο γενικός δείκτης πυκνότητας ήταν 57 απεργοί ανά 1.000 μισθωτούς και την περίοδο 1963-1966 170, την περίοδο 1976-1981 θα ανεβεί σε 450. Διαρκής άνοδος τα έτη 1976, 1977, 1979, 1980 και πτώση τα έτη 1978 και 1981. Οι πιο σημαντικές απεργίες της περιόδου είναι η πολιτική πανελλαδική απεργία το Μάη του '76, ενάντια στο «Νόμο 330». Οι απεργίες στη «Νάσιοναλ Καν», στην «Μάντεμ Λάκκο», στην Λάρκο, στα ναυπηγεία Ανδρεάδη, στην ΝΤΟΙΤΣ, στην Πυρκάλ,  στην «ΑΜΙΑΝΤΙΤ», στην «Κεραφίνα», στη ΙΖΟΛΑ, στην  ΠΙΤΣΟΣ, στην χαρτοβιομηχανία ΜΕΛ, αλλά και σε μικρότερες επιχειρήσεις και τόπους δουλειάς, ιδιαίτερα στα εργοστάσια των δυτικών συνοικιών, της Ν Ιωνίας, Περάματος, Ταύρου και Καλλιθέας.  Το Μάη του 1976 η κυβέρνηση Καραμανλή ψηφίζει τον αντεργατικό νόμο 330, που περιόριζε δραστικά το δικαίωμα στην απεργία, κατοχύρωνε την ανταπεργία και νομιμοποιούσε τη συγκρότηση απεργοσπαστικών μηχανισμών. Κυρίως απαγόρευε την πολιτική απεργία. Στην αιτιολογική του έκθεση ο υπουργός εργασίας Λάσκαρης διακήρυττε την κατάργηση της πάλης των τάξεων.
 
Ο νόμος αυτός δημιουργεί νέα δεδομένα για τους εργατικούς αγώνες, που ουσιαστικά βγαίνουν στην παρανομία. Το εργατικό κίνημα απαντά με την πρώτη πολιτική  πανεργατική απεργία στην Ελλάδα. Η διαδήλωση, με πρωτοπόρους  τους οικοδόμους, εξελίσσεται γρήγορα σε σκληρή σύγκρουση με την αστυνομία, με ένα νεκρό. Από κει και μετά, είναι εκατοντάδες οι εργατικές κινητοποιήσεις, που συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής. Οι συλλήψεις και οι καταδίκες πρωτοπόρων εργατών συνδικαλιστών, ειδικά μετά το '77, είναι στην ημερήσια διάταξη, αφού όλες οι απεργίες, με βάση τον 330, είναι παράνομες.
 
Το ταξικό εργατικό κίνημα της εποχής για να ξεπεράσει την εγκάθετη χουντοδεξιά διοίκηση της ΓΣΕΕ, αλλά και πολλών εργατικών κέντρων και ομοσπονδιών, δημιουργεί σε όλη την Ελλάδα συντονιστικές επιτροπές αγώνα, κατά κλάδο, πόλη και περιφέρεια, που οδήγησαν στην δημιουργία των ΣΑΔΕΟ και ΣΑΔΟ, δηλαδή συντονισμούς πρωτοβάθμιων σωματείων και ομοσπονδιών στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, που λειτουργούν σε αντιπαράθεση με την χουντοδεξιά ΓΣΕΕ, προσπαθώντας να συντονίσουν τους αγώνες. Όλες αυτές οι εξελίξεις σηματοδότησαν την αρχή της δημιουργίας ενός νέου συνδικαλιστικού κινήματος, με έντονα ταξικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, με κατακτήσεις και αυξήσεις στους μισθούς. Όπως βλέπουμε και από τα στοιχεία του πίνακα, σ' όλους τους κλάδους σημειώνεται πραγματική αύξηση των εισοδημάτων, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ την  αύξηση του τιμαρίθμου που έφτασε το 241% την περίοδο 1974-1981 σπάζοντας έτσι την εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης.
 
Μεταβολή αποδοχών 1980/1974
Κλάδος %
Κεντρική Διοίκηση 303,2
Τοπική Αυτοδιοίκηση 269,3
ΔΕΗ 422,0
ΟΤΕ 292,6
ΟΣΕ 259,5
ΕΛΤΑ 279,1
Αστικές Συγκοινωνίες 291,8
Τράπεζες 291,8
Βιομηχ. Εργάτες 337,2
Βιομηχ. Υπάλληλοι 305,2
Οικοδομές 298,2
Δείκτης τιμών καταναλωτή 241,0
Σπύρος Σακελλαρόπουλος: Η Ελλάδα στη μεταπολίτευση Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις 1974-1988. Σελ.525
 
Το κύριο χαρακτηριστικό των αγώνων της περιόδου είναι ότι εμφανίζεται και παίζει αποφασιστικό ρόλο το εργοστασιακό βιομηχανικό προλεταριάτο. Ξεπερνώντας απίστευτες δυσκολίες που δημιουργούσαν οι νόμοι της χούντας αλλά και της Ν.Δ., που στόχευαν στην πλήρη απαγόρευση των απεργιών, το εργοστασιακό προλεταριάτο ξεκινά  σκληρές, ανυποχώρητες απεργίες (Ιζόλα, AEG, ΙΤΤ, Λάρκο, Εσκιμό, Πίτσος, Μαντούδι, Στάνταρ και Ντόιτς στο Αιγάλεω, Ναυπηγεία Ανδρεάδη στην Ελευσίνα, Λαναρά στην Ν. Ιωνία, στα μηχανουργεία του Πειραιά και της ζώνης του Περάματος). Σταδιακά, το απεργιακό κύμα αγκαλιάζει σχεδόν κάθε κλάδο εργαζομένων. Τα αιτήματα ξεκινάν από τα άθλια μεροκάματα, τις συνθήκες εργασίας, την ανεργία, την ελευθερία του συνδικαλισμού. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι απεργοί καταφέρνουν να επιβάλλουν τα αιτήματά τους, ή ένα μεγάλο μέρος τους, μετά από σκληρό αγώνα. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της  χαρτοβιομηχανίας ΜΕΛ, όπου, μετά από 80 μέρες απεργίας και κατάληψη του εργοστασίου, οι εργάτες κερδίζουν μια περιφανή νίκη: 20% αύξηση στο μισθό (27% για όσους είναι πάνω από 2 χρόνια στη δουλειά), πληρωμή των 80 ημερών της απεργίας και δώρο Χριστουγέννων. Στην Σκούιμπ πολυεθνική φαρμακοβιομηχανία, οι εργαζόμενοι με αγώνες επέβαλαν ωράριο  37,1/2 ωρών και εικοσάλεπτο διάλειμμα εντός του ωραρίου, όταν στη μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρήσεων ίσχυαν ακόμα 48 ώρες την εβδομάδα. Το καλύτερο παράδειγμα όμως είναι η θρυλική απεργία των μεταλλωρύχων στη ΜΑΔΕΜ ΛΑΚΚΟ, που οι απεργοί άντεξαν τις συγκρούσεις, τις συλλήψεις, τις καταδίκες, την αστυνομική τρομοκρατία επί 2 χρόνια και 3 μήνες(!) μέχρι που ανάγκασαν τον Μποδοσάκη να λυγίσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μερίδιο των μισθών την περίοδο από 1974 και μετά από 33% στο Καθαρό Εγχώριο Προϊόν αυξάνεται το 1979 στο 41%, αποτέλεσμα και των αγώνων της περιόδου.
Ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα  του Γιώργου Αλεξάτου αποδίδει πολύ χαρακτηριστικά το αγωνιστικό κλίμα της εποχής:
 

«Ήταν συγκλονιστικές εκείνες οι απεργίες, που κρατούσαν ακόμα και μήνα, κάποιες φορές και περισσότερο. Να βλέπεις κόσμο, που θα τον περίμενες μίζερο, παραιτημένο, να έχει αποδεχτεί τη μοίρα του και όμως! Απεργούσαν για να αυξηθεί το μεροκάματο, αλλά και γιατί απολύθηκαν κάποιοι συνάδελφοί τους! Απεργούσαν για να έχουν το δικαίωμα να φτιάξουν το δικό τους σωματείο, αλλά και γιατί απεργούσε το διπλανό εργοστάσιο ή και κάποιο άλλο, μακρινό, που ουδέποτε είχαν συναντηθεί με τον κόσμο που δούλευε εκεί, αλλά τώρα του συμπαραστέκονταν, έχαναν μεροκάματα, κινδύνευαν να χάσουν τη δουλειά τους! Κορίτσια, που μέχρι τότε η μόνη τους έγνοια ήταν να βρεθεί κάποιο παλικάρι να αποκατασταθούν και ίσως να ξεφύγουν και από την κόλαση του εργοστασίου, συζητούσαν τώρα με πάθος, χρησιμοποιώντας όρους όπως "εργατική τάξη", "πάλη των τάξεων", "ταξική ενότητα", "αλληλεγγύη» 
(Η παράξενη υπόσχεση, Άπαρσις, 2012, σσ. 77-78)
 
Εξαιρετική σημασία έχουν οι μορφές αλληλεγγύης εμβληματικών αγώνων, όπως αυτός της ΛΑΡΚΟ το  1977 που κράτησε 110 μέρες.  Τεράστια ποσά μαζεύονταν σε συναυλίες και διαδηλώσεις, από κουτιά οικονομικής ενίσχυσης των απεργών εργατών. Χαρακτηριστικό είναι ότι ανάμενα στους ενισχυτές του απεργιακού αγώνα είναι ο Μητροπολίτης Φθιώτιδας, που έστειλε στους απεργούς 7000 δραχμές, το μεροκάματο συμπαράστασης των εργατών του ΠΕΤΖΕΤΑΚΗ, των κλωστοϋφαντουργών της Βοιωτίας κλπ. Το μεγάλο αυτό κύμα αλληλεγγύης αγκάλιασε καταρχήν την μεγάλη πλειοψηφία του λαού της Φθιώτιδας, όπου γίνονται καθημερινές διαδηλώσεις, ενώ πούλμαν καταφθάνουν καθημερινά από τις εργατοσυνοικίες της Αθήνας, γεμάτα με εργάτες και νεολαία, που δίνουν κουράγιο και δύναμη στους απεργούς. Σωματεία, σύλλογοι, οι «Δημοκρατικές Κινήσεις Νέων»,  όλοι μπαίνουν στην μάχη για να νικήσουν οι εργάτες της ΛΑΡΚΟ. Στη πρωτοπορία της νεολαιίστικης αλληλεγγύης  το φοιτητικό κίνημα,  με εκατοντάδες ψηφίσματα συμπαράστασης και διαδηλώσεις αλληλεγγύης στην Αθήνα.  Μεγάλη συναυλία καλλιτεχνών στην Λάρυμνα και στην Αθήνα με χιλιάδες κόσμου. Καθημερινές απεργίες συμπαράστασης  από εργοστάσια της περιοχής, ενώ ο απεργοσπαστικός μηχανισμός, που προσπάθησε να στήσει ο Μποδοσάκης μεταφέροντας εργάτες διαμέσου υπεργολάβων, απότυχε να λειτουργήσει αφού και αυτοί οι εργάτες ενώθηκαν με τους απεργούς. Η απεργία της ΛΑΡΚΟ καθοδηγήθηκε από το ΚΚΕ και αυτό της έδωσε μεγάλη πολιτική βαρύτητα. Ο Μποδοσάκης κάνει λόγο για «προετοιμασία επαναστατικής κατάστασης από το ΚΚΕ» και ζητά από την κυβέρνηση την άμεση καταστολή της απεργίας.
 
Η απεργία της ΛΑΡΚΟ θα  γίνει πρότυπο αγώνα για την μορφή, το περιεχόμενο, την κλιμάκωση του αγώνα, την οργάνωση της αλληλεγγύης, την εναλλαγή των μορφών πάλης (προειδοποιητικές απεργίες,  στάσεις εργασίας , συλλαλητήρια με την τοπική κοινωνία κλπ) αυτά τα πρότυπα άγονα τα ακλούθησε η εργατική τάξη και για τις άλλες μεγάλες απεργίες, που θα ξεσπάσουν.  Γιατί οι μορφές του αγώνα, από την προετοιμασία του έως την τακτική  στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής, στηριζόταν σε σχεδιασμούς των ίδιων των εργατών. Η επιτυχία των δυνάμεων του ΚΚΕ στο εργοστάσιο ήταν ότι με την συμβολή τους ένωσαν, με ταξικούς όρους, όλους τους εργάτες. Κατ’ αρχήν στο περιεχόμενο του αγώνα, που πέρα από τα οικονομικά αιτήματα [αύξηση του ημερομισθίου  κατά 55 δραχμές, αύξηση του ανθυγιεινού επιδόματος, οδοιπορικά , μέτρα ασφάλειας (οκτώ νεκροί και εκατοντάδες ατυχήματα σε πέντε μόλις χρόνια) κλπ] συνέβαλαν να εξοπλισθούν εργάτες και με επιχειρήματα που είχαν να κάνουν με την κερδοφορία της επιχείρησης, την ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου, το βαθμό εκμετάλλευσης κλπ. Κατά δεύτερον το πλαίσιο αυτό συνέβαλαν να αγκαλιάσει  το σύνολο των εργατών, έτσι  από τα 560 μέλη που είχε το σωματείο σε σύνολο 1200 εργατών πριν την απεργία  κατάφερε στην διαδικασία προετοιμασίας της απεργίας να εγγραφούν άλλοι πεντακόσιοι ακόμη, έτσι που το σωματείο ξεπέρασε τα χίλια μέλη.
 
Οι αγώνες του εργοστασιακού προλεταριάτου έτειναν  προς στιγμή να κυριαρχήσουν και να χαρακτηρίσουν το σ.κ. της περιόδου, η ίδια όμως αυτή στιγμή, συμπίπτει με την αρχή της παρακμής τους, για δυο βασικούς λόγους: α) Η ένταξη στην ΕΟΚ , κορυφαία πολιτική επιλογή της άρχουσας τάξης και η συνακόλουθη καπιταλιστική ανασυγκρότηση με την αλλαγή της δομής της βιομηχανικής παραγωγής κλπ βρήκε ουσιαστικά απροετοίμαστη την εργατική τάξη που σταδιακά περιορίζεται σε αγώνες χαρακωμάτων («να μην κλείσουν τα εργοστάσια»), β). Αρχίζει και κατακτά έδαφος η λογική της ενσωμάτωσης και διαχείρισης στο σ.κ  με την διαμόρφωση μίας νέας συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την πλατειά μάζα των εργαζομένων (π.χ καλλιέργεια της αυταπάτης ότι οι εργάτες των προβληματικών θα γίνονταν δημόσιοι υπάλληλοι)
 
Η απαίτηση της αστικής τάξης, -στην οποία δεν κατάφερε να αντιταχθεί αποτελεσματικά  η αριστερά -  ήταν α) το πέρασμα των χρεωμένων κουφαριών των εργοστασίων στο κράτος, β) το παράλληλο χάρισμα όλων των χρεών, των θαλασσοδανείων στους κεφαλαιοκράτες ιδιοκτήτες τους. Αυτό πραγματοποιήθηκε τελικά από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ενώ σε βάθος χρόνου τελικά οι εργάτες βρέθηκαν στην ανεργία, αφού καμία από αυτές δεν εξυγιάνθηκε στην πραγματικότητα, παρά της αυταπάτες που καλλιεργούσαν τα στελέχη της ΠΑΣΚΕ και με άλλο τρόπο, η αριστερά για την «εθνική παραγωγική ανασυγκρότηση».
 
 
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΠΕΡΓΙΩΝ
Πλήρης ή μερική ικανοποίηση    Διακοπή για διεξαγωγή διαπραγματεύσεων
  Απεργίες
(%)
Απεργοί
(%)
Απεργίες
(%)
Απεργοί
(%)
1976 26,3 17,9 10,3 15,4
1977 22,7 6,2  16,0 33,3
1978 22,0 4,0 15,1 11,4
1979 20,9 2,0  9,3  1,6
1980 15,9 4,5  6,6  0,8
1981 18,2 3,5  6,3  1,3
1976-1981 21,1 6,4 10,6 10,6
Σπύρος Σακελλαρόπουλος: Η Ελλάδα στη μεταπολίτευση Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις 1974-1988. Σελ. 514
 
Οι αγώνες για τα δημοκρατικά συνδικαλιστικά δικαιώματα στα εργοστάσια
 
Σημαντική πλευρά του αγώνα του εργατικού κινήματος της εποχής 1974 - 1977 ήταν ο αγώνας για την υπεράσπιση των δημοκρατικών συνδικαλιστικών, αλλά και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στους τόπους δουλειάς, ιδιαίτερα στις μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, όπου υπήρχε μεγάλη τρομοκρατία από τους έμμισθους μπράβους  της εργοδοσίας. Αυτοί ήταν, κατά κύριο λόγο,  χουντικοί, πρώην εσατζήδες, βασανιστές της χούντας, αποταγμένοι στρατιωτικοί, που έκαναν μια δεύτερη καριέρα σαν, άμεσοι πια,  υπηρέτες της μεγαλοαστικής τάξης. Σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, όπως στα  ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ, ΣΟΦΤΕΞ, ΕΤΜΑ, ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ, ΣΑΡΑΚΑΚΗ, ΠΥΡΚΑΛ, ΒΟΜΒΥΚΑΣ ΜΕΤΑΞΑ κλπ, έχουν εγκατασταθεί ως υπεύθυνοι ασφάλειες, πρωτοπαλίκαρα της χούντας, σαν τον βασανιστή του Σπουδαστικού της Ασφάλειας Καλύβα, το φασίστα υπασπιστή του Παπαδοπούλου Κούβαρη, τον Χατζηπέτρο, τον  Σταθάκη κλπ. Επίσης και ο οδηγός του πούλμαν που δολοφόνησε την Κνίτισσα Σωτήρια Βασιλακόπουλου έξω από τις πύλες της ΕΤΜΑ Μάριος Χαρίτος  ήταν  πρώην Εσατζής,  είχε επανειλημμένα δημιουργήσει τρομοκρατικά επεισόδια σε βάρος των εργαζομένων. Ήταν  γνωστός τραμπούκος και προστατευόμενος της εργοδοσίας της ΕΤΜΑ.   
 

«Ήταν τη Δευτέρα 28 Ιούλη 1980 έξω από το εργοστάσιο της ΕΤΜΑ, όταν φοιτητές από την Αχτίδα ΑΕΙ του ΚΚΕ και τις  οργανώσεις  της ΚΝΕ Αιγάλεω, μοίραζαν προκηρύξεις στους εργάτες του εργοστασίου ενάντια στην ανεργία, τις απολύσεις και την ακρίβεια. Τo πούλμαν, με οδηγό τον Μάριο Χαρίτο, καθώς στρίβει προς την Ιερά Οδό, χτυπάει την 21χρονη τριτοετή φοιτήτρια της Παντείου, Σωτηρία Βασιλακοπούλου, μέλος της ΚΝΕ. Ο οδηγός, παρά τις φωνές της ίδιας και των συντρόφων της, δε φρενάρει. Οι πίσω τροχοί περνούν πάνω από τη Σ. Βασιλακοπούλου και την πολτοποιούν. Ο διοικητής και εν χορώ οι υφιστάμενοί του αξιωματικοί  της αστυνομίας  παρουσιάζουν την εν ψυχρώ δολοφονία ως «τροχαίο ατύχημα». Την ίδια μέρα το Συνδικάτο Κλωστοϋφαντουργίας και η Εργοστασιακή Επιτροπή κηρύσσουν απεργία στο εργοστάσιο, η οποία ξεκινά στις 10 το βράδυ, ενώ τις επόμενες μέρες θα γίνουν διαδηλώσεις που θα αντιμετωπιστούν με τρομοκρατία από την αστυνομία και τους μπράβους  της ιδιοκτησίας της ΕΤΜΑ. Λίγες μέρες αργότερα, ο εισαγγελέας κ. Θεοφανόπουλος ασκεί ποινική δίωξη κατά του οδηγού του πούλμαν Μ. Χαρίτου, για «ανθρωποκτονία εξ αμελείας». Οι ηθικοί αυτουργοί του εγκλήματος παραμένουν και σήμερα ατιμώρητοι»  
Ριζοσπάστης 29/7/1980
 
Οι εργοδότες στρατολογούν μαζικά, πέρα από χουντοφασίστες, και λούμπεν στοιχεία, που πλαισιώνουν τους μηχανισμούς καταπίεσης και τρομοκράτησης των εργατών. Αυτοί οι εργοδοτικοί «στρατοί», που σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, ξεπερνούν τα 200 άτομα, έχουν βασική  τους αποστολή να γρονθοκοπούν όσους προσπαθούσαν να μοιράσουν προκηρύξεις στους εργάτες. Δεν δίστασαν να χτυπήσουν άσχημα τον Κώστα Κάππο, βουλευτή τότε του ΚΚΕ, στέλνοντάς τον στο νοσοκομείο, όταν, σε μια μαζική εξόρμηση της οργάνωσης μεγάλων εργοστασίων του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, προσπάθησε να μιλήσει στους εργάτες.
 
Σε αυτά τα εργοστάσια, παρά το γεγονός ότι έγιναν τεράστιες προσπάθειες να στηθούν σωματεία και γενικά να οργανωθούν οι εργάτες, δεν έγινε κανένας δυνατός απεργιακός αγώνας. Η εργοδοσία πέρα από τους χαφιέδικους μηχανισμούς τρομοκράτησης διέθετε και μηχανισμούς παραπληροφόρησης και ιδεολογικής τρομοκρατίας. Με δελτία και εφημερίδες που εξέδιδαν και μοίραζαν στους εργάτες συκοφαντούσαν και διαστρέβλωναν τις θέσεις των ταξικών δυνάμεων. Για το σκοπό αυτό είχαν προσλάβει (Νιάρχος) μεγαλοδημοσιογράφους της εποχής που πλήρωναν αδρά για τις υπηρεσίες τους.
 
Όσες απόπειρες γίνονταν για να στηθούν από τις ταξικές δυνάμεις σωματεία κτυπιόνταν πριν ακόμα ξεκινήσουν. Οι χαφιέδικοι μηχανισμοί της εργοδοσίας αλλά και οι μηχανισμοί ιδεολογικής τρομοκράτησης  δεν αφήναν κανένα περιθώριο. Πολύ αργότερα ιδιαίτερα μετά την δολοφονία της Σ. Βασιλακόπουλου και την μεγάλη κατακραυγή και καταδίκη, ακόμα και από συντηρητικές δυνάμεις, η εργοδοσία άλλαξε την τακτική της και πια δεν στηριζόταν, άμεσα τουλάχιστον, στα χουντοφασιστικά υπολείμματα, αλλά δημιουργούσε δικά της σωματεία, όπως το αδρανοποιημένο σωματείο  ΤΡΙΑΙΝΑ στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά,  στην ΣΟΦΤΕΞ στην ΒΙΑΜΑΞ κλπ.
 
Οι εργατικοί και λαϊκοί αγώνες στις γειτονιές της Αθήνας
 
Σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμα των εργατικών αγώνων της περιόδου 1974-1981, είναι ότι την ίδια περίοδο υπάρχει γενικότερος κοινωνικός αναβρασμός στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας. Οι αγώνες στα εργοστάσια με τους λαϊκούς αγώνες στις γειτονιές αλληλοτροφοδοτούνται  και δημιουργούν εκρηκτικές καταστάσεις, που θορυβούν το πολιτικό σύστημα και συχνά φέρνουν σε αμηχανία το ΚΚΕ. Τέτοιο χαρακτήρα είχαν  οι συγκρούσεις στο Πέραμα και στο Κερατσίνι, όταν οι κάτοικοι έδιναν μάχες με την αστυνομία για να υπερασπιστούν τα παράνομα κτισμένα σπίτια τους από το γκρέμισμα, με το νόμο για τα αυθαίρετα. Στο Ρέντη, στο Μοσχάτο, στο Μαρούσι, στα Σπάτα, οι αγώνες των κάτοικων ενάντια στις «Χαβούζες» (χώρος συγκέντρωσης των λυμάτων του Λεκανοπεδίου), συσπείρωσε την μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου Στην Αγ. Βαρβάρα το ΄79 η απεργία πείνας του μαθητή Ν Μπουντούκη, που διαμαρτύρεται για τις διώξεις, τον σχολικό αυταρχισμό  και την απαγόρευση της συνδικαλιστικής δράσης των μαθητών στα σχολεία, γίνεται αφορμή να ξεσπάσουν αποχές σε εκατοντάδες Γυμνάσια για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες, για ελεύθερες μαθητικές εκλογές. Χιλιάδες μαθητές και εργάτες, διαδηλώνουν καθημερινά στους δρόμους της πόλης. Εκατοντάδες πορείες, που ξεκινούσαν από το Αιγάλεω, και την Αθήνα ακόμα, κατέληγαν στην σκηνή του απεργού πείνας μαθητή. Η κυβέρνηση μιλάει για «αναρχικούς» που «παρεισέφρησαν» στους μαθητές και στέλνει τα ΜΑΤ ξημερώματα, συλλαμβάνοντας τον απεργό, αλλά και αλληλέγγυους, πνίγοντας στα δακρυγόνα στην συνέχεια για δυο μέρες την πόλη, συλλαμβάνοντας εκατοντάδες κατοίκους, που αντιστέκονται στην άγρια καταστολή με οδοφράγματα, μαθητές, εργάτες και φοιτητές. Κάποιοι από αυτούς πέρασαν από δίκη και καταδικάστηκαν σε φυλακίσεις, μη εξαγοράσιμες, καταλήγοντας για δυο ή και τρία χρόνια σε διάφορες φυλακές.
 
Άλλο χαρακτηριστικό των αγώνων ήταν ότι  εκατοντάδες καλλιτέχνες, μουσικά ερασιτεχνικά, αλλά και επαγγελματικά  συγκροτήματα, θέατρα του δρόμου κλπ, έδωσαν το παρόν τους στους εργατικούς αγώνες άλλα και στους λαϊκούς αγώνες της εποχής εκφράζοντας δυναμικά την αλληλεγγύη τους. Τα  μουσικά, θεατρικά αλλά και εικαστικά έργα εκείνης της εποχής, εμπνεόμενα από τους αγώνες της περιόδου, εμψύχωναν τους απεργούς συνέβαλαν  στο δυνάμωμα και την αντοχή των αγώνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απεργία της ΝΤΟΙΤΣ (1979) στο Αιγάλεω στις 60 μέρες, που κράτησε, σχεδόν, καθημερινά υπήρχε καλλιτεχνική παρέμβαση, που έφτανε μέχρι και σε έκθεση εικαστικών.
 
Η κυβέρνηση Καραμανλή περνάει στην αντεπίθεση, όπου καταγγέλλει ανοιχτά ότι τα "άκρα" βρίσκονται πίσω από τις κινητοποιήσεις, με σκοπό την "αποσταθεροποίηση του καθεστώτος" και την παρεμπόδιση της "ομαλής εγκαθίδρυσης της δημοκρατίας". Με όχημα τη  θεωρία του "αριστεροχουντισμού" οικοδομείται πολύ γρήγορα ένα αυταρχικό κράτος, για να κτυπήσει το εργατικό λαϊκό κίνημα. Κορύφωση αυτής της τακτικής ήταν η επέμβαση το Πολυτεχνείο το ΄80 και η δολοφονία του Κουμή και της Κανελλοπούλου από τα κλομπ των αστυνομικών, που επιτέθηκαν στους διαδηλωτές. Η πρώτη περίοδος των εργατικών αγώνων κλείνει με μια σειρά από σημαντικές ήττες για το εργατικό κίνημα. Οι συνδικαλιστικές πρωτοπορίες αποδιαρθρώνονται και αποδεκατίζονται γρήγορα, με απολύσεις και δίκες, ακόμα και πολύχρονες φυλακίσεις.
 
Η παρέμβαση του ΚΚΕ στα εργοστάσια, η νέα ταξική πρωτοπορία
 
Η δυναμική της εποχής δημιούργησε πολύ γρήγορα μια νέα γενιά συνδικαλιστών με ταξικά  χαρακτηριστικά, που, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, ήταν ενταγμένα  στην ΚΝΕ  στο ΚΚΕ και στην ΕΣΑΚ-Σ.  Σε αυτή την γενιά των νέων στελεχών οφείλεται η ραγδαία αύξηση των νεοϊδρυόμενων σωματείων, αλλά και η ανασυγκρότηση των παλαιών, που ήταν διαλυμένα από την χούντα.  Η παλιά γενιά συνδικαλιστών, χτυπημένη από τις φυλακίσεις και τις εξορίες, αποκομμένη από τους τόπους δουλειάς, συνέβαλε μεν στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά στην πρώτη γραμμή ήταν εργάτες και υπάλληλοι, που ηλικιακά ήταν στις περισσότερες των περιπτώσεων κάτω από 25 χρονών. Πρωτοστάτησε σε αυτόν τον τομέα η ΚΝΕ . Η αυτοθυσία και ο απεριόριστος χρόνος που διέθεταν τα μέλη και τα στελέχη της , ο μόνιμος και σταθερός προσανατολισμός τους στα εργοστάσια και στον κάθε τόπο δουλειάς, μικρό ή μεγάλο, έφεραν γρήγορα και άμεσα αποτελέσματα. Χρησιμοποιήθηκαν όλες οι μορφές δράσης από το «χτύπημα» έξω από τα εργοστάσια με την «Εργατοϋπαλληλική Φωνή», όργανο της ΕΣΑΚ-Σ, με ανακοινώσεις  μέχρι  επισκέψεις σε σπίτια και καφενεία, που σύχναζαν μετά το σχόλασμα οι εργάτες. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των εργατών κατοικούσε στις γειτονιές που βρισκόταν τα εργοστάσια. (Περιστέρι, Αιγάλεω , Ν Ιωνία, Ταύρος κλπ). Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις το κεντρικό ΦΕΣΤΙΒΑΛ της ΚΝΕ – ΟΔΗΓΗΤΗ , οι προφεστιβαλικές εκδηλώσεις στις γειτονιές τα εργατικά ΦΕΣΤΙΒΑΛ συνετέλεσαν αποφασιστικά στην πολιτικοποίηση των  νέων εργατών και εργαζομένων.
 
Αυτή η γεμάτη αυταπάρνηση προσπάθεια  εκείνης της εργατικής πρωτοπορίας, που  είχε αναφορά στο ΚΚΕ,  έφερε γρήγορα αποτελέσματα, δηλαδή μεγάλη μαζικοποίηση σε κλαδικά σωματεία, στο μέταλλο, στην κλωστοϋφαντουργία, στους λιθογράφους, κλπ. Παράλληλα υπήρξε μια τεράστια ανάπτυξη της κομματικής οικοδόμησης σε εργοστάσια και σε βιομηχανίες, κατά κύριο λόγο μικρομεσαίες. Αυτή  η γρήγορη  ανάπτυξη, που έγινε σε λιγότερο από ένα χρόνο, έκανε το ΚΚΕ κυρίαρχο στο συνδικαλιστικό κίνημα εκείνης της περιόδου. Φυσικά δεν ήταν η μοναδική δύναμη της Αριστεράς, που δρούσε τότε,  αφού και το ΚΚΕ Εσωτερικού διέθετε κάποιες δυνάμεις, που κινήθηκαν και αυτές δραστήρια, ειδικά στους οικοδόμους. Όμως η επιλογή του ήταν  να εφαρμόσει την ΕΑΔΕ, και στο συνδικαλιστικό κίνημα, με την ΑΣΔΗΣ και τον Καρακίτσο υπήρξε από κάθε άποψη καταστροφική.( Πρόεδρος της ΓΣΕΕ 1974 - 1980)
 

«Το Αντιδικτατορικό Εργατικό Μέτωπο (ΑΕΜ), που συσπείρωσε την πλειοψηφία των αριστερών συνδικαλιστών σε πρώτη φάση, μετά την πτώση της δικτατορίας προώθησε την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ (εσωτερικού) στο συνδικαλιστικό κίνημα που προέβλεπε συνεργασία στο πολιτικό επίπεδο όλων των δημοκρατικών δυνάμεων στις οποίες περιλαμβανόταν η «πεφωτισμένη Δεξιά», στο συνδικαλιστικό κίνημα είχε ως αποτέλεσμα τη συνεργασία με κυβερνητικούς συνδικαλιστές στις εκλογές για διοίκηση της ΓΣΕΕ (ΑΣΔΗΣ δημιούργησε  δυσμενέστατες συνθήκες  για την ανάπτυξη του ΑΕΜ, αφού υπερφαλαγγίστηκε πολύ γρήγορα, πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά, από τις δυνάμεις της ΕΣΑΚ.»
Τσακίρης Αθανάσιος (2004) «Κράτος-κόμμα-συνδικάτο 1980-2001: μεταξύ ενσωμάτωσης και αμφισβήτησης»
 
Οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς είχαν επαφή με τους αγώνες της περιόδου, αλλά  αυτή παρέμεινε κατά κύριο λόγο από τα έξω. Πρόσβαση αν και περιορισμένη είχε το  ΚΚΕ μλ που είχε μάλιστα συνδικαλιστική παράταξη  την Π.Ε.Σ.Π, με κύρια  δραστηριοποίηση  στο μέταλλο, στους οικοδόμους (μπετατζήδες) , όπου είχε έδρα στα ΔΣ των σωματείων για αρκετό χρονικό διάστημα, καθώς και σε ορισμένα εργοστάσια του Πειραιά και της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης.
 
  Με πραγματική αυτοθυσία  εκείνη η γενιά των νέων συνδικαλιστών του ΚΚΕ και της ΚΝΕ  με τα ελάχιστα ιδεολογικά και πολιτικά εφόδια, που είχε,  κατάφερε να πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη και μαζικοποίηση του εργατικού  συνδικαλιστικού  κινήματος. Ένα συνδικαλιστικό κίνημα, που, πραγματικά, κτιζόταν από τα κάτω, με μαζικές διαδικασίες όπου υπήρχε ιδεολογική και πολιτική διαπάλη για την ηγεμονία κυρίως όσον αφορά τον εκδημοκρατισμό του και την εισοδηματική πολιτική . Αυτή την ανάπτυξη και ηγεμονία των ταξικών δυνάμεων της εποχής ξαφνικά την ανέκοψε ένα καινούργιο φαινόμενο  συνδικαλιστικής οργάνωσης, αυτό των εργοστασιακών και επιχειρησιακών σωματείων.  Τόσο το ΚΚΕ, αλλά και όλη η συνδικαλιστική πρωτοπορία της εποχής, ξαφνιαστήκαν από αυτό το φαινόμενο, αφού η μέχρι τότε συνδικαλιστική οργάνωση ήταν αυτή των κλαδικών  ομοιοεπαγγελματικών συνδικάτων.
 
Οι διεργασίες και οι εξελίξεις στο συνδικαλιστικό κίνημα τότε ήταν ραγδαίες, ιδιαίτερα στα μικρά και μεσαία εργοστάσια. Το εργατικό κίνημα, που αναπτυσσόταν, δημιουργούσε με ραγδαίο ρυθμό και εργατικές πρωτοπορίες, που δεν είχαν καμιά επαφή με το ΚΚΕ. Ήταν αυθόρμητες, με έντονο ταξικό ένστικτο, έπαιρναν την υπόθεση της οργάνωσης των εργαζομένων στα δικά τους χέρια, έκαναν συνελεύσεις, όπου συμμετείχε το 100% των εργαζομένων με δημοκρατικές διαδικασίες, έπαιρναν τον λόγο στις συνελεύσεις, έλεγχαν καθημερινά τους ηγέτες τους, που, αν δεν ανταποκρινόταν στις αποφάσεις της πλειοψηφίας των εργαζομένων, δεχόταν σφοδρή κριτική στους χώρους δουλειάς. Η μορφή του κλαδικού ομοιοεπαγγελματικού σωματείου φαινόταν πια «ξεπερασμένη», δεν κάλυπτε τις ανάγκες της ταξικής πάλης της περιόδου.
 

«Με την πτώση της χούντας και το αγωνιστικό κλίμα, που επικράτησε στην χώρα, το εργοστασιακό προλεταριάτο έδινε το αγωνιστικό του παρόν και, για πρώτη φορά στην ιστορία του, διεκδικούσε την θέση, που του ανήκε, στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Μέσα στους αγώνες δυνάμωνε η θέληση των εργατών να συνδικαλιστούν. Οι υπάρχουσες μορφές οργάνωσης, κατά επάγγελμα, ήταν πλέον αναχρονιστικές και δεν μπορούσαν να χωρέσουν το εργοστασιακό προλεταριάτο... Τα λίγα κλαδικά σωματεία που υπήρχαν λόγω της παράδοσης, που είχαν, να οργανώνουν τους εργάτες  και να μεταφέρουν τη λειτουργία τους έξω από τα εργοστάσια και τους τόπους δουλειάς, δεν μπορούσαν να προσφέρουν οργανωτική διέξοδο. Μόνο ελάχιστα κλαδικά σωματεία, που μπόρεσαν έγκαιρα να κατανοήσουν την ανάγκη να οργανώσουν τα μέλη τους σε παραρτήματα στα εργοστάσια, είχαν επιτυχία στην συνδικάλιση των εργοστασιακών εργατών. Έτσι οι εργοστασιακοί εργάτες για να συνδικαλιστούν βρήκαν διέξοδο στα εργοστασιακά σωματεία. Διαφορετικές εμπειρίες, πλην της σωματειακής οργάνωσης, δεν υπήρχαν και η επιλογή αυτή ήταν η μοναδικά ορατή.» 
(Κ. Μπατίκας, «Συνδικάτα και πολιτική», σσ. 185-186)
 
Αυτό το φαινόμενο, η τότε ηγεσία του ΚΚΕ, αντί να το μελετήσει και να προσπαθήσει, με πολιτικούς και συνδικαλιστικούς τρόπους παρέμβασης, να οργανώσει συμμαχίες με ανεξαρτήτους συνδικαλιστές  και, με ευέλικτες προσαρμογές, να μπορέσει να δώσει ταξικό και πολιτικό περιεχόμενο σε αυτές τις διεργασίες και να μετατρέψει το αυθόρμητο σε συνειδητό, το αφόρισε
 

«Τα εργοστασιακά σωματεία δεν μπορούν να περιλάβουν τους μισθωτούς των μικρών παραγωγικών μονάδων...διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο να μετατραπούν εύκολα μέσα στις σημερινές συνθήκες, σε σωματεία των εργοδοτών, γιατί είναι κατά κάποιο τρόπο αποκομμένα από την υπόλοιπη εργατική τάξη... αντικειμενικά θα περιόριζαν τη δράση τους κύρια ενάντια στο δικό τους εργοδότη καπιταλιστή και όχι ενάντια στους καπιταλιστές στο σύνολό τους, στη πολιτική τους εκπροσώπηση».
(«Φωνή των εργαζομένων», όργανο της της ΕΣΑΚΣ, Νο 96, 1976) 
 
Παρά τις αντίθετες απόψεις εργατικών στελεχών του και του έντονου διαλόγου που αναπτύχθηκε στα πλαίσια του 10ου Συνεδρίου, και των ολομελειών για την εργατική δουλειά στο ζήτημα της  οργάνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος (βλέπε άρθρο Χρήστου Καυκιά, ΚΟΜΕΠ, 1982).
 
Το ΚΚΕ, έχοντας στο βασικό προσανατολισμό του το πώς θα ελέγχει οργανωτικά το συνδικαλιστικό κίνημα, υποτιμώντας τις σύγχρονες  ανάγκες της ταξικής πάλης και της νέας οργάνωσης του σ.κ., χαρίζει ουσιαστικά την ηγεμονία του εργοστασιακού κινήματος  στην ΠΑΣΚΕ, η οποία πρωτοστατούσε στην δημιουργία εργοστασιακών σωματείων .  Την ίδια αντιμετώπιση είχε και η δημιουργία της ΟΒΕΣ (Ομοσπονδία Βιομηχανικών Εργατοϋπαλληλικών Σωματείων), όπου, σε λιγότερο από ένα χρόνο, τα αρχικά έξι σωματεία, που τη συγκρότησαν, ξεπέρασαν τα 100. Ουσιαστικά η ΟΒΕΣ αποτέλεσε το λίκνο της ΠΑΣΚΕ, αφού, αντίθετα από ότι πιστεύουν οι περισσότεροι, η ΠΑΣΚΕ δεν ξεκίνησε από το Δημόσιο, αλλά από τα εργοστάσια και το βιομηχανικό προλεταριάτο, αν και η τελική κυριαρχία και ηγεμονία της ολοκληρώθηκε, βέβαια, με την μεγάλη επιρροή της σε ΔΕΚΟ και Δημόσιο. Η ανάδειξη τέτοιων στελεχών σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες δημιούργησε μια νέα γενιά συνδικαλιστικών στελεχών, με ρεφορμιστικό πρόσημο, που έμελε να ηγεμονεύσει στο εργατικό κίνημα  εκείνη  την περίοδο, προετοιμάζοντας τη νέα φάση παρέμβασης της αστικής πολιτικής στο εργατικό κίνημα, αυτή του εκσυγχρονισμού και της νέας υποταγής του συνδικαλιστικού κινήματος σε δυνάμεις αστικής επιρροής.
 
Η πολιτική και ιδεολογική διαπάλη στο εργατικό κίνημα για την ηγεμονία. Η αριστερά πίσω από τις εξελίξεις
Η περίοδος (1974-1981) που εξετάζουμε, ουσιαστικά, καθόρισε την πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος στα μετέπειτα χρόνια. Δημιούργησε συσχετισμούς, που υπάρχουν μέχρι σήμερα, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Η μορφή, που παίρνει η αστική επιρροή στο εργατικό κίνημα εκείνη την εποχή, συμπυκνώνεται, βασικά, στην διάσπαση και τον κατακερματισμό του εργατικού κινήματος, με χιλιάδες σωματεία, σφραγίδες τα περισσότερα, που αντικειμενικά εμπόδιζαν την ενιαία δράση της τάξης, αφού συναντούσε κανείς σε ένα κλάδο τρία και τέσσερα σωματεία στο ίδιο επάγγελμα, δύο, τρεις ή και τέσσερις ομοσπονδίες, ακόμα και εργατικά κέντρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εργοστάσιο των Λιπασμάτων, που είχε 14 Σωματεία.  Η κατάσταση αυτή βοηθούσε στην απρόσκοπτη παραγωγή νόθων αντιπρόσωπων, για τον έλεγχο από το κράτος των  δευτεροβάθμιων  οργανώσεων  και της ΓΣΕΕ, όπου  σωματεία του είδους «Σωματείο εργαζομένων Νεκροπομπών πεζοδρομίου», ή «Σωματείο εργαζομένων αυγών ημέρας», ή «Σωματείο εργαζομένων εντεροκαθαριστών», διαμορφώνουν συσχετισμούς για τα ψευτοσυνέδρια της χουντοδεξιάς ΓΣΕΕ. Όμως η δυναμική, που διαμορφώνεται κατά κύριο λόγο στα εργοστάσια, με τους αγώνες και τον ραγδαίο ρυθμό οργάνωσης των εργατών, αλλάζουν τους όρους και το περιεχόμενο της ταξικής πάλης και το επαναστατικοποιούν παραπέρα. Σύντομα η αστική τάξη συνειδητοποιεί ότι με τους Καρακίτσους και τα χουντοδεξιά υπολείμματα δεν πάει πουθενά και αναζητά τη νέα μορφή αστικής επιρροής και εξάρτησης του εργατικού κινήματος, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της εποχής (είσοδος στην ΕΟΚ, νέος ρόλος της επιστήμης και της τεχνολογίας στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση κλπ).
 
Αυτή ακριβώς την αλλαγή στην τακτική της αστικής τάξης δεν κατανοήθηκε από την αριστερά της εποχής.  Αντί να χαράξει τις διαχωριστικές γραμμές με ταξικούς όρους, στην βάση της κυρίαρχης αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας,  το μεν ΚΚΕ Εσωτερικού προβάλει την αλήστου μνήμης ΕΑΔΕ (Εθνική Αντιδικτατορική Δημοκρατική Ενότητα), μια κακέκτυπη αντιγραφή του ιστορικού συμβιβασμού του ΚΚΙ του Μπερλιγκουέρ, που είναι ουσιαστικά η συμμαχία της αριστεράς με την Καραμανλική δεξιά (μετά από λίγα χρόνια βέβαια  αυτό έγινε εφικτό αφού η ΕΑΡ μαζί με το ΚΚΕ σχημάτισαν την κυβέρνηση Τζανετάκη). Από την άλλη, το ΚΚΕ ψελλίζει τα «έξι σημεία για μια πανεθνική –πατριωτική συμφωνία εξόδου από την κρίση» και δεν αξιοποιεί τα ριζοσπαστικά, αντιμονοπωλιακά, ακόμα και αντικαπιταλιστικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το εργατικό κίνημα της περιόδου, όπως αυτό διαμορφωνόταν, κατά κύριο λόγο στον βιομηχανικό προλεταριάτο, αλλά και σε μεγάλα τμήματα της εργατικής διανόησης, στο δημόσιο, στις ΔΕΚΟ κλπ.
 
Η διαχωριστική γραμμή που επιβλήθηκε από το ανερχόμενο λαϊκό ρεύμα του ΠΑΣΟΚ, ήταν η γραμμή του προοδευτικού εκσυγχρονισμού, σε αντιπαράθεση του με τον νεοσυντηρητικό εκσυγχρονισμό που εξέφραζε η Ν.Δ. Σε αυτή τη γραμμή υποτάχτηκε, με παραλλαγές φυσικά, η αριστερά της εποχής. Τόσο το ΚΚΕ, όσο και το ΚΚΕ Εσωτερικού, θα διεκδικήσουν για το εαυτό τους τη θέση του καλύτερου εκπροσώπου του έθνους για τη «δημοκρατική ανάπτυξη», κατηγορώντας το ΠΑΣΟΚ, όχι για την επιβολή του άγριου μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά για την αδυναμία ολοκλήρωσης ενός προγράμματος δημοκρατικού καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού! Είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω αποσπάσματα από τους εκπροσώπους των δύο κομμάτων της αριστεράς:
 

«Η ανάγκη της οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας, της εκβιομηχάνισης, αναγνωρίζεται σήμερα όλο και περισσότερο από τα πλατιά στρώματα της ελληνικής κοινής γνώμης, από όλους σχεδόν τους επιστήμονες, τεχνικούς και οικονομολόγους, από μια σειρά εκπροσώπων των επιχειρηματικών κύκλων, της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης. Αυτή η αναγνώριση οφείλεται στο γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη της χώρας, η οικονομικοτεχνική της ανασυγκρότηση, είναι ανάγκη αντικειμενική, επιβάλλεται από το ίδιο το προτσές της ιστορίας, ανταποκρίνεται στα πιο πλατειά συμφέροντα του έθνους».
(Γρηγ. Φαράκος: «Προβλήματα οικονομικής ανάπτυξης της χώρας»)
 
«Είναι αναμφισβήτητο ότι όταν υπάρχει βιομηχανική δημοκρατία (όπως αναφέρει πιο πάνω το ίδιο κείμενο, βιομηχανική δημοκρατία είναι η αρχή της συνεργασίας των συντελεστών της παραγωγής δηλ. του κεφαλαίου και της εργασίας), επιτυγχάνονται καλύτερα παραγωγικά αποτελέσματα. Όταν ο εργαζόμενος δεν αισθάνεται πιέσεις, διώξεις, ψυχολογική καταπίεση, στυγνή εκμετάλλευση, είναι φυσιολογικό να εργαστεί πιο παραγωγικά, αποδοτικότερα και ποιοτικότερα, με αποτέλεσμα όφελος για τον ίδιο, την επιχείρηση και την εθνική οικονομία».
(Όρ. Χατζηβασιλειου, Οικον. Ταχυδρόμος, 17/6/1982)
 
Αδυνατώντας τα δύο κόμματα της αριστεράς να χαράξουν μια επαναστατική πολιτική μαζών, που να αξιοποιεί το όλο και ανερχόμενο ταξικό ρεύμα της εποχής, που προϋποθέτει  πολιτική συμμαχιών από τα κάτω, με θέσεις και προτάσεις ρήξης με την αστική πολιτική, επιλέγουν – στα δικά του πλαίσια το καθένα  - να αντιμετωπίσουν το ΠΑΣΟΚ με εκλογικίστικο τρόπο. Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη, υιοθετεί το σύνολο των λαϊκών αιτημάτων (εθνική ανεξαρτησία, εκδημοκρατισμός, κοινωνική δικαιοσύνη κλπ), εμπλουτίζοντας τα μάλιστα με νέα συνθήματα, που ανέδειξαν οι εργατικοί και λαϊκοί αγώνες (κοινωνικοποίηση, αυτοδιαχείριση, συμμετοχή κλπ). Η διαφορά  του ΠΑΣΟΚ με την αριστερά είναι ότι στο πρόγραμμα του δεν εμφανίζεται η υλοποίηση αυτών των λαϊκών αιτημάτων σαν το πρώτο στάδιο, το «λαϊκοδημοκρατικό», μιας μακρόχρονης «ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας», σύμφωνα με την επικρατούσα λογική των «σταδίων» του προγράμματος του ΚΚΕ, αλλά σαν ο τελικός, άμεσα υλοποιήσιμος στόχος («στις 18 σοσιαλισμός»). Το ΚΚΕ, έχοντας στο μεταξύ βγει νικητής στην εμφύλια διαμάχη με το δεξιόστροφο ΚΚΕ εσωτερικού, στέκεται αμήχανο και χάνει την χρυσή ευκαιρία της μεταπολίτευσης, δηλαδή να επανασυνδεθεί με τις εργατικές και λαϊκές μάζες της σύγχρονης  ριζοσπαστικοποίησης της εποχής. Σέρνεται ουσιαστικά στην γραμμή του ΠΑΣΟΚ, σε συμμαχίες και συνεργασίες με την ΠΑΣΚΕ, τόσο σε σωματεία όσο και σε ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα, συνεργασία που προωθεί τη λογική του «αθροίσματος των Δημοκρατικών δυνάμεων», που κράτησε μέχρι το 1985. Αυτή η λογική καθορίζει και την γραμμή του στο εργατικό κίνημα της περιόδου.
 
Στους κόλπους του ΚΚΕ αναπτύχθηκε σοβαρό ιδεολογικό μέτωπο  στην προσπάθεια  αντιπαράθεσης από μαρξιστική άποψη στις μικροαστικές αντιλήψεις που πρόβαλε το ΠΑΣΟΚ στα θέματα του «τρίτου» δρόμου για τον σοσιαλισμό, της αυτοδιαχείρισης, της δήθεν «κοινωνικοποίησης» που ευαγγελιζόταν  όσο και στα θέματα της αντιλαικής πορείας εξόδου από την κρίση που εφαρμόζεται από την αστική τάξη με κύρια επιλογή την ένταξη της χωρας στην ΕΟΚ .Πλην όμως αυτή η  αντιπαράθεση παραμένει στο ιδεολογικό επίπεδο ενώ η πολιτική γραμμή που ακολουθεί η ηγεσία υιοθετεί αστικορεφορμιστικές θέσεις πράγμα που διευκολύνει το ΠΑΣΟΚ να αναπτυχθεί και να αποκτήσει πλατειά επιρροή στην εργατική τάξη.
 
Στα πλαίσια αυτά υπήρξε  ισχυρή εσωτερική κριτική στην ακολουθούμενη πολιτική γραμμή από συνδικαλιστικά εργατικά στελέχη, και από κομματικές οργανώσεις. Από  το δέκατο συνέδριο (Μάιος 1978) ακόμα διατυπώνεται ανοιχτά έντονη κριτική ενώ στο εντέκατο συνέδριο έχουμε μέχρι και στην καταψήφιση των θέσεων και της εισήγησης από δύο αντιπρόσωπους της κομματικής οργάνωσης ναυτεργατών. Η κριτική αυτή αναφέρεται στα ζητήματα της τακτικής και της επαναστατικής στρατηγικής, στη θεωρία των σταδίων. Κυρίως επικεντρώνεται στην επαναφορά της συμμαχίας των δημοκρατικών δυνάμεων (όπου συμπεριλαμβανεται και το ΠΑΣΟΚ) για την αλλαγή και την απαλλαγή της χώρας από την ΔΕΞΙΑ. Αυτή η αντιπαράθεση που σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν σφοδρή  καθόριζε και την γραμμή του ΚΚΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα και γενικότερα στο κίνημα που ήταν πλήρης αντιφάσεων ρεφορμιστικής κατεύθυνσης και περιεχομένου. Οι αντίθετες απόψεις αναπτύχθηκαν πιο έντονα το 1980 όταν η ολομέλεια της ΚΕ πρότεινε εκλογές και δημοκρατική κυβέρνηση όπου το ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε. Στο 11ο συνέδριο το 1982 με αιχμή την θέση για το χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ, η κριτική κορυφώνεται από πλήθος μελών, στελεχών και κομματικών οργανώσεων εφόσον υιοθετείται και ακολουθείται ως πολιτική γραμμή από την ηγεσία του ΚΚΕ το μορατόριουμ της αριστερής αντιπολίτευσης έναντι του ΠΑΣΟΚ. Η αντιπαράθεση αυτή ήταν ουσιαστικά η απαρχή της αριστερής διαφωνίας στο ΚΚΕ που το 1989 με την κυβέρνηση Τζανετάκη οδήγησε στην αποχώρηση μεγάλου αριθμού στελεχών και μελών από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ και τη δημιουργία του Νέου Αριστερού Ρεύματος (ΝΑΡ).
 

«Η πρώτη μας έντονη σύγκρουση με τις επιλογές της ηγεσίας του ΚΚΕ ήταν ακριβώς για τη φιλοΠΑΣΟΚική γραμμή της, στο 11ο Συνέδριο. Τότε, άλλωστε, άρχισαν και τις πρώτες καθαιρέσει και διαγραφές».
(Συνέντευξη του Γιώργου Γράψα στον Πέτρο Παπακωνσταντίνου. ΠΡΙΝ 29/11/1992)
 
Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι αυτή η αριστερή κριτική , στα πλαίσια και των διεθνών εξελίξεων, τις ραγδαίες αλλαγές στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού  δεν καταφέρνει τελικά  να έχει ολοκληρωμένη μαρξιστική ταξική άποψη (Πάρα την σημαντική προσπάθεια πολλών στελεχών αυτού του ρεύματος μέσα στο ΚΚΕ για την  επαναθεμελίωση με μαρξιστικούς λενινιστικούς ορους μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής. Δείγματα τέτοιας προσπάθειας μπορεί κανείς να δει και στο τέταρτο συνέδριο της ΚΝΕ. Ιουνης 1988).  Όμως  το μαρξιστικό ταξικό ρεύμα της εποχής παραμένει  ιστορικά ανεπαρκές για τα καθήκοντα της περιόδου, αφήνοντας μόνο παρακαταθήκες ανυπακοής και αντίστασης .Εν κατακλείδι η πολιτική γραμμή του  ΚΚΕ οδηγεί στο να περιορίζεται η παρέμβαση του στην ανασύσταση και την δημιουργία σωματείων, στην προώθηση  με την μεγαλύτερη συνέπεια της οργάνωσης της τάξης στα σωματεία. Η πολιτική του έχει στοιχεία ενιαίου εργατικού μετώπου πάλης.  Λείπει όμως η συγκροτημένη άποψη για τους στόχους πάλης, λείπει η συνολικότερη πολιτική προοπτική. Η συνεχής αναφορά των συνδικαλιστικών στελεχών του ΚΚΕ για «βάρος στα εργοστάσια»  είναι περισσότερο στα λόγια, περιορίζεται στον οικονομικό αγώνα και σε μια οργανωτίστικη αντίληψη που γίνεται τελικά αυτοσκοπός. Την ίδια ώρα η ΠΑΣΚΕ προβάλει πιο πολιτικά αιτήματα, που τα συνδέει με την «ΑΛΑΓΗ» (αυτοδιαχείριση, κοινωνικοποίηση, συμμετοχή, εργατικός έλεγχος κλπ).. Στην όλη δουλειά των εργατικών στελεχών του ΚΚΕ της εποχής, μαζί με την γεμάτη ανιδιοτέλεια, αφοσίωση και αυταπάρνηση δουλειά τους για την υλοποίηση των στόχων του κόμματος, συνυπάρχει   ένας πρωτοφανής εμπειρισμός και πρακτικισμός, που εκκολάπτει μοιραία τον σεχταρισμό και τον οπορτουνισμό. Αυτή η κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα το σύνολο του σ.κ., όπου τότε κυριαρχούσε το ΚΚΕ, να μην μπολιαστεί με τον ριζοσπαστισμό, τα αιτήματα, τις αξίες  αλλά και τις μορφές πάλης, που εμφάνισε το εργοστασιακό προλεταριάτο. Παρά την, στα λόγια, αναβάθμιση του ρόλου του από την ηγεσία του ΚΚΕ, πότε δεν κατέλαβε ηγετικές θέσεις στα συνδικαλιστικά όργανα παραμένοντας ουσιαστικά στο περιθώριο.
 
Το ΚΚΕ αντί να προβάλει μια άλλη πολιτική σε ρήξη με το κεφάλαιο, ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικών αλλαγών, ενταγμένων σε μια προοπτική ανατροπής και εξουσίας, οξύνοντας τον ταξικό χαρακτήρα της σύγκρουσης, αντί να αξιοποίηση  το ρήγμα που δημιουργήθηκε από την επαναστατική τομή που άφησαν το ΕΑΜ και ο ΔΣΕ παρά την ήττα, επιχειρεί να φανεί σαν ο μεσεγγυητής της εφαρμογής των Πασοκικών μεταρρυθμίσεων. Αντί να προχωρήσει σε μια επίθεση αγωνιστικής ταξικής ενότητας από τα κάτω, στην βάση των σύγχρονων αναγκών και δικαιωμάτων της τάξης, υποτάσσει την τακτική του στα εργοστάσια και την εργατική τάξη στις εκλογές, στο «αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ». Πολύ σύντομα το συνδικαλιστικό κίνημα πλημμύρησε από τις περιβόητες προτάσεις για τους κλάδους, τον εκσυγχρονισμό των ΔΕΚΟ, που φυσικά ήταν όλες ενταγμένες στην  κερδοφορία του κεφαλαίου από τη μια και από την άλλη στην χειροτέρευση της θέσης των εργαζομένων. «Η εργατική τάξη, βασική δύναμη στη παραγωγική διαδικασία και στην κοινωνική εξέλιξη, αξιώνει ουσιαστική συμμετοχή πραγματικά αιρετών εκπροσώπων της, στα κέντρα λήψης αποφάσεων που ρυθμίζουν τη γενικότερη οικονομική πολιτική...» (5η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΕΣΑΚΣ, Πρόγραμμα διεκδικήσεων, Ιούλης 1982).
 
Ενώ η εποχή αναζητούσε το σύγχρονο πολιτικό υποκείμενο της τάξης, αλλά και την σφυρηλάτηση ενός  ενιαίου και αγωνιστικού εργατικού μετώπου, που θα διεκδικούσε με εργατικούς όρους την εξουσία,  ενώ η πολιτική της άρχουσας τάξης συστηματοποιούσε την παρέμβαση της, με τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης (προνομιούχοι και μη, ρετιρέ κλπ), αλλά και τον οργανωτικό έλεγχο των συνδικάτων, πετώντας στο καλάθι των αχρήστων τον Καρακίτσο, προετοιμάζοντας τους Πρωτόπαπες, τους Ραυτόπουλους και τους Παναγόπουλους, το ΚΚΕ δεν αναδείκνυε τις ταξικές συγκρούσεις σε κινητήρια δύναμη, που θα άλλαζε την κοινωνία, αλλά μετατόπιζε την πολιτική πρακτική απλά και μόνο στο οργανωτικό επίπεδο του ποιος  ελέγχει περισσότερα συνδικάτα, το ποιοι  είναι οι  «πραγματικοί» εκπρόσωποι των εργαζομένων κλπ.
 
Επίλογος
Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και τα πρώτα χρόνια της «αλλαγής» ουσιαστικά ολοκληρώνουν τις διαδικασίες της πρώτης ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος στην ρεφορμιστική διαχειριστική γραμμή της ΠΑΣΚΕ. Οι απεργίες σταματούν, αφού το «μορατόριουμ» της Αριστεράς διαδέχεται η πράξη νομοθετικού περιεχομένου με την απαγόρευση των αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις.
 
ΕΤΗ                         ΑΠΕΡΓΙΕΣ                       ΑΠΕΡΓΟΙ                           ΧΑΜΕΝΕΣ ΩΡΕΣ                        
1981                            466                               401.757                                 5.690.988
1982                            968                               354.315                                 9.731.263
1983                            585                               224.265                                 3.881.889
1984                            280                               155.318                                 3.350.324
1985                            456                               785.725                                 7.660.879

 
Τσακίρης Αθανάσιος (2004) «Κράτος-κόμμα-συνδικάτο 1980-2001»
 
Σύντομα ο μαχητικός ρεφορμισμός της ΠΑΣΚΕ μετατρέπεται σε κυβερνητικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό.

 
«Η αξία των συλλογικών μορφών οργάνωσης προβάλλει και πάλι αναντικατάστατη, ως δύναμη που μπορεί να μεταβάλλει την κατάσταση, όσο αρνητική και αν είναι. Γιατί υπάρχουν οι δυνατότητες για την ΑΝΑΠΤΥΞΗ, για την κάλυψη της διαφοράς που μας χωρίζει από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Χρειάζεται όμως μια νέα στρατηγική για αυτήν. Μια εθνική αναπτυξιακή στρατηγική, που θα στηρίζεται σε μια βαθιά οικονομική μεταρρύθμιση και θα εγγυάται την  ανταγωνιστική θέση της χώρας μας στις νέες ευρωπαϊκές εξελίξεις».
Χρήστος Πρωτόπαπας, πρόεδρος ΓΣΕΕ και μετέπειτα υπουργός Εργασίας. (Απόσπασμα διάλεξης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο: ακαδημαϊκό έτος 1995-1996)
 
Το αστικό πολιτικό σύστημα με λυμένα τα χέρια  προχώρα ακάθεκτο στην ανασυγκρότηση του, απαιτώντας πια την ανοικτή συναίνεση της Αριστεράς, φοβούμενο τα εργατικά ξεσπάσματα της εποχής, που παρά την υποταγή των συνδικαλιστικών ηγεσιών ξεσπούν κάθε τόσο απεργίες (Τράπεζες , ΔΕΗ, εκπαιδευτικοί, Πειραϊκή Πατραϊκή κλπ) Το αστικό πολιτικό σύστημα ξεκαθάρισε ότι δεν είναι διατεθειμένο να αφήσει να επαναληφτεί μια νέα περίοδος εργατικών αγώνων( ήδη βλέπουμε στον παραπάνω πίνακα την αύξηση  των απεργιών το 1985, αλλά και τον διπλασιασμό των χαμένων ωρών εργασίας,  λόγο της απαγόρευσης των αυξήσεων από την  κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ  με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου.) Με το δικαστικό πραξικόπημα στην ΓΣΕΕ το ΄85 που ανέτρεψε την νόμιμα εκλεγμένη διοίκηση της ,ουσιαστικά εγκαταλείπονται  και τα τελευταία υπολείμματα μαχητικού ρεφορμισμού από την ΠΑΣΚΕ αφού διαγράφονται σε μια νύχτα όλα τα στελέχη που αντιδρούν. Από τότε ουσιαστικά διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την δημιουργία του κρατικομματικού- γραφεικρατικού  υποταγμένου  συνδικαλισμού που φτάνει μέχρι της μέρες μας.  
 
Η γραμμή της Αριστεράς στο εργατικό κίνημα, ακόμα και τότε, που διαψεύδονται οι μεγάλες αυταπάτες, παραμένει στην κατεύθυνση μιας ψευδεπίγραφης «παραγωγικής ανασυγκρότησης προς όφελος του λαού» αντί αυτής των σύγχρονων αναγκών της εργατικής τάξης και των νέων ταξικών αντιθέσεων. Αυτό που ξεχωρίζει σαν βασική πολιτική επιλογή της στο εργατικό κίνημα είναι μια αναβάθμιση της θέσης της στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού και των ανακατατάξεων  του πολιτικού συστήματος. Είναι η εποχή που οι αριστερές ηγεσίες ενσωματώνουν και αναπαράγουν τα αστικά ιδεολογήματα, δίνοντας τους, υποτίθεται, «αριστερό περιεχόμενο» (ανάπτυξη προς όφελος των εργαζομένων, προοδευτικός εκσυγχρονισμός κλπ) Αυτή η γραμμή οδήγησε στην απόλυτη συναίνεση με την αστική κυριαρχία και τον Τζανετακισμό.
 
Ο μεταπολιτευτικός συνδικαλισμός, έτσι όπως διαμορφώθηκε στην δεκαετία του ’80 (στηριγμένος στην διαχείριση, στην ανάθεση, τον κατακερματισμό, τον κομματισμό, και σε μια ιδιόμορφη συνδικαλιστική εργατική αριστοκρατία, που ηγεμόνευε μέσω των ΔΕΚΟ) και εδραιώθηκε γραφειοκρατικοποιώντας το συνδικαλιστικό κίνημα, και με την συναίνεση της Αριστεράς, ειδικά την περίοδο των κυβερνήσεων Τζαννετάκη και Οικουμενικής, φαίνεται πως κλείνει τον κύκλο του. Αμήχανοι οι υποταγμένοι φιλοκυβερνητικοί συνδικαλιστές της ήττας και της υποταγής, βλέπουν να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια τους, αμφισβητούμενοι από μεγάλες μάζες εργαζομένων, που αποτελούσαν τις συνδικαλιστικές κομματικές τους βάσεις.
 
Η εποχή μας είναι εποχή μιας νέας εργατικής και συνδικαλιστικής μεταπολίτευσης, όπου οι δυνάμεις της ταξικής ανεξαρτησίας, της αντικαπιταλιστικής, κομουνιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν καθήκον να της δώσουν εκείνο  το πολιτικό και ταξικό περιεχόμενο, που θα δημιουργήσει ένα παλλαϊκό ενιαίο εργατικό ταξικό μέτωπο για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Για να γίνει αυτό χρειαζόμαστε ένα ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα, ταξικό, αγωνιστικό, ανεξάρτητο, ενωτικό και νικηφόρο, που να υψώσει αποτελεσματική αντίσταση στην επίθεση του κεφαλαίου. Που θα προβάλει ξανά τα απελευθερωτικά οράματα της εργατικής τάξης συνδεδεμένα με την ταξική πάλη του σήμερα, με αναβαθμισμένο τον πολιτικό του ρόλο, ένα κίνημα, που δεν θα παραμένει στα πλαίσια των «αγώνων του κλάδου μας» ή του να «σώσουμε ό,τι σώζεται». Η εργατική τάξη δεν διαμορφώνει ταξική συνείδηση και, πολύ περισσότερο, δεν ανυψώνεται σε επαναστατική τάξη, όσο μένει εγκλωβισμένη στα στενά συντεχνιακά όρια των «δικών της», «καθαρά εργατικών», στόχων. Αυτό σημαίνει πως το εργατικό κίνημα θα πρέπει να συνδεθεί και να εκφράσει τα γενικότερα λαϊκά αιτήματα και να τα σφραγίσει με το δικό του ταξικό, αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο και κατεύθυνση.
 
Το ταξικό εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα της περιόδου 1974-1981  μπορεί να ηττήθηκε από τις διάφορες εκδοχές της αστικής ρεφορμιστικής διαχείρισης, αριστερής ή και σοσιαλδημοκρατικής, όμως άφησε μια αγωνιστική, ταξική  παρακαταθήκη, που συνδέεται με το σήμερα, μέσα από τις τότε μεγάλες ταξικές συγκρούσεις και την εμπειρία του πώς πρέπει να νικούν οι εργατικοί αγώνες. Μια γραμμή, που, όσο και λεπτή και αδιόρατη πολλές φορές  να φαίνεται, όσο και αν διακόπτεται από τις παλινωδίες και τα πισωγυρίσματα της Αριστεράς,  συνδέει  τους μεγάλους ταξικούς αγώνες της μεταπολίτευσης, με το  ταξικό αγωνιστικό ρεύμα της εποχής μας. Το ρεύμα αυτό  διαμορφώνεται κυρίως με βάση την επιδείνωση της κατάστασης της εργατικής τάξης, των μεσαίων αυτοαπασχολούμενων τμημάτων, της εργαζόμενης και σπουδάζουσας νεολαίας, τις γενικότερες πολιτικές εμπειρίες και αντιφάσεις τους.
 
Πρόκειται για ένα ρεύμα που αδυνατεί ακόμη να αναχαιτίζει τη επίθεση των αντιδραστικών δυνάμεων του κεφαλαίου,  που τείνει να διαχωρίζεται με την κυρίαρχη αστική πολιτική στο εργατικό κίνημα. Πρόκειται για ένα ρεύμα με αντιφάσεις, ακριβώς γιατί λείπει η εργατική επαναστατική πρωτοπορία που θα δίνει συνέχεια, αποφασιστικότητα και βάθος στους αγώνες και στο εργατικό κίνημα εν γένει. Είναι γενεσιουργός αιτία  του συντονισμού σωματείων εντός κάθε κλάδου και γενικότερα. Παραμένει ακόμα αδιαμόρφωτο, μειοψηφικό, με αντιφάσεις, που γεννούν οι καιροί και τα αδιέξοδα της Αριστεράς.  Αναζητά  όμως την ταξική ανεξαρτησία και την νέα   χειραφέτηση της τάξης στην προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης. Απαντά στην κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος, με την λογική της αγωνιστικής ταξικής ενότητας, για την υπέρβαση της παραταξικοποίησης, της κοινοβουλευτικοποίησης, του κατακερματισμού και των διαφορετικών πολιτικών σχεδίων, που εμποδίζουν την δημιουργία του ενιαίου εργατικού λαϊκού μετώπου. Προσπαθεί να πολιτικοποιήσει τους αγώνες από την σκοπιά της ανατροπής της επίθεσης και του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης, που θα δημιουργήσει εκείνη την κρίσιμη μάζα για την υπέρβαση του ηττημένου και χρεοκοπημένου συνδικαλιστικού κινήματος των Παναγόπουλων και Σια, στην προοπτική της  χειραφέτησης της εργατικής τάξης από την αστική πολιτική.  
 
Αυτό το μειοψηφικό έως τα τώρα, ταξικό ρεύμα, που έχει αναφορά στην ριζοσπαστική και κομουνιστική Αριστερά,  υπερβαίνει τα στενά κομματικά όρια, στα οποία προσπαθούν να το περιορίσουν κάποιες δυνάμεις, αναζητά σήμερα εκείνους τους δρόμους, που θα το οδηγήσουν να ξεπεράσει τις αντιφάσεις του και να ηγεμονεύσει στο εργατικό κίνημα της εποχής της κρίσης και της οπισθοχώρησης , για την αντιστροφή της κατάστασης, για νέους νικηφόρους αγώνες.  Γιατί είναι η εποχή, που αντικειμενικά η εργατική τάξη πρέπει να πάρει την ευθύνη για όλα τα πτωχευμένα τμήματα της κοινωνίας, γιατί είναι περισσότερο από επίκαιρο ότι:
«Η διπλή πείρα της επανάστασης και της κατάρρευσης δικαίωσε την λενινιστική αντίληψη ότι η ιστορία είναι αιώνια, αλλά κάθε φορά εμφανίζεται σαν στοίχημα ζωής και θανάτου, που οι άνθρωποι μπορούν να κερδίσουν. «Οι συνθήκες φτιάχνουν τους ανθρώπους» όχι λιγότερο απ ότι «οι άνθρωποι της συνθήκες»…. Ο Μαρξ μετέτρεψε την ουτοπία του σοσιαλισμού σε επιστήμη. Ο Λένιν την επιστήμη σε υλική δύναμη των μαζών. Οι γραφειοκρατικές ηγεσίες του κομουνιστικού κινήματος καπηλεύτηκαν, ιδιοποιήθηκαν και παραχάραξαν την επιστήμη, την δύναμη και την επαναστατική διάθεση των μαζών και άφησαν στους κουμουνιστές τα συντρίμμια μιας επαναστατικής μυθολογίας. Η επαναστατική αριστερά της εποχής μας αξιοποιώντας τις νέες δυνατότητες της εργατικής τάξης, πρέπει να μετατρέψει ξανά την μυθολογία σε επιστήμη, σε σύγχρονη επαναστατική θεωρία και πράξη».
(Κώστας Τζιαντζής ΠΡΙΝ 1-9-1991)
 Πηγή:kommon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου