Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Ερευνητές: Ένας εργασιακός κλάδος που λίγοι ξέρουν ότι υπάρχει…


Ένας εργασιακός κλάδος-φάντασμα

Ας φανταστούμε έναν εργασιακό κλάδο όπου ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων δεν πληρώνεται για τη δουλειά του, με τη δικαιολογία ότι δε δουλεύει, αλλά «εκπαιδεύεται». Και μάλιστα σ’ αυτό συνηγορούν και πολλοί άλλοι εργαζόμενοι. Σ’ αυτόν τον κλάδο, οι εργαζόμενοι είναι υψηλά καταρτισμένοι, χειρίζονται μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, δουλεύουν με ελαστικά ωράρια, συχνά ακόμα και σε αργίες, συνεχίζουν τη δουλειά τους ακόμα και όταν γυρνάνε σπίτι και παρ’ όλα αυτά, οι εργαζόμενοι αυτοί στην πλειοψηφία τους είτε δεν πληρώνονται είτε θεωρούνται ελεύθεροι επαγγελματίες και πληρώνονται με μπλοκάκι.

Σ’ αυτόν τον εργασιακό κλάδο οι εργαζόμενοι αναγκάζονται συχνά να χειρίζονται τοξικές ουσίες με ελάχιστα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας και βέβαια δεν παίρνουν ένσημα ανθυγιεινής εργασίας. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους εργαζόμενους στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά στα ΕΣΠΑ και σε άλλα ευρωπαϊκά ανταγωνιστικά προγράμματα κι έτσι, όταν δεν υπάρχουν άλλα τέτοια προγράμματα, μένουν χωρίς δουλειά ή συνεχίζουν να δουλεύουν αμισθί. Ακόμα όμως και οι τυχεροί απ’ αυτούς τους εργαζόμενους, αυτοί που πληρώνονται τακτικά και με ικανοποιητικό μισθό, πρέπει, λέει, να είναι ανταγωνιστικοί και για να το πετύχουν αυτό, θα πρέπει να αλλάζουν συνεχώς εργασιακό χώρο. Να αλλάζουν χώρο, πόλη, χώρα και ήπειρο κάθε δύο χρόνια με την ελπίδα να το εκτιμήσει κάποιος κάποτε και να τους προσφέρει μια πιο σταθερή δουλειά.

Αυτός ο εργασιακός κλάδος υπάρχει και έχει υποκαταστήματα σχεδόν σε κάθε πόλη της Ελλάδας. Και αυτοί οι εργαζόμενοι είναι πολλοί. Ίσως και δεκάδες χιλιάδες. Κανείς δεν ξέρει το ακριβές νούμερο. Αυτός ο εργασιακός κλάδος λοιπόν, είναι ο κλάδος της έρευνας.

Είναι πραγματικά δύσκολο να εξηγήσεις ποια είναι η δουλειά σου όταν δουλεύεις ως ερευνητής ή ερευνήτρια. Αλλά είναι ακόμα πιο δύσκολο να πείσεις ότι και αυτή η δουλειά, όπως και κάθε δουλειά, χαρακτηρίζεται από την εκμετάλλευση την οποία υφίστανται οι εργαζόμενοι. Είναι δύσκολο να κάνεις το συνομιλητή σου να θέσει κατά μέρος την εικόνα που έχει ήδη διαμορφώσει για σένα και για τη δουλειά σου και να σε ακούσει προσεκτικά. Αυτό ακριβώς είναι όμως που πρέπει να κάνουμε και θα προσπαθήσουμε να κάνουμε με αυτό το κείμενο.

Ποιοι είμαστε και τι δουλειά κάνουμε;

Θα πρέπει πρώτα να ορίσουμε με κάποια ακρίβεια ποιοι είμαστε. Είμαστε όλοι όσοι εργαζόμαστε στην ερευνητική διαδικασία, ανεξάρτητα από το επίπεδο σπουδών μας και ανεξάρτητα από το αν έχουμε σύμβαση εργασίας ή έργου ή αν δεν πληρωνόμαστε. Αυτός ο ορισμός όμως τσουβαλιάζει δύο βασικές κατηγορίες ερευνητών: απ’ τη μια μεριά, τους μόνιμους και τους αορίστου χρόνου (εκλεγμένους ερευνητές και μέλη Δ.Ε.Π.), και απ’ την άλλη, τους μη μόνιμους, τους συμβασιούχους, τους μη έχοντες σύμβαση κλπ. Σ’ αυτό το κείμενο θα ασχοληθούμε κυρίως με τη δεύτερη κατηγορία, αλλά θα αναδείξουμε και τους λόγους διαφοροποίησης των δύο κατηγοριών.

Σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία ερευνητών είμαστε μεταδιδάκτορες ερευνητές, τεχνικοί εργαστηρίων, υποψήφιοι διδάκτορες, μεταπτυχιακοί φοιτητές που κάνουμε την πτυχιακή μας και φοιτητές που κάνουμε την πρακτική μας. Και γιατί είναι αυτό δουλειά; Επειδή αυτό που κάνουμε έχει κάποιο αποτέλεσμα, κάποιο προϊόν, το οποίο εκμεταλλεύονται οι «από πάνω μας»: οι καθηγητές μας και οι εκλεγμένοι ερευνητές, το Πανεπιστήμιο και τα Ερευνητικά Κέντρα, το κράτος, αλλά ακόμα και τα επιστημονικά περιοδικά και διάφορες εταιρίες. Το προϊόν που παράγουμε είναι νέα γνώση, και παρ’ όλο που συχνά δεν είναι ένα απτό προϊόν, στην πραγματικότητα οποιαδήποτε νέα τεχνολογία, οποιοδήποτε νέο φάρμακο, οποιαδήποτε νέα θεωρία εξήγησης οποιουδήποτε φυσικού ή κοινωνικού φαινομένου, έχει στηριχτεί σε πολλές ώρες δουλειάς πολλών συναδέλφων μας κάπου στον κόσμο, που ο ένας στηριζόταν στη δουλειά τού άλλου και την προχωρούσε λίγο παραπέρα. Ακριβώς σ’ αυτή την κοινωνικοποιημένη παραγωγή της έρευνας και σ’ αυτό το προϊόν στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό και η λεγόμενη «αξιολόγηση» των Πανεπιστημίων. Οι διεθνείς αξιολογήσεις των Πανεπιστημίων έχουν ως βασικό κριτήριο την ποσότητα και «ποιότητα» των ερευνητικών δημοσιεύσεων, δηλαδή της νέας γνώσης που παράγουν. Όποτε ακούμε, για παράδειγμα, ότι το Πανεπιστήμιο Κρήτης είναι στην τάδε θέση παγκοσμίως, μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι γι’ αυτή τη θέση έχουν δουλέψει, συχνά σε κακές συνθήκες εργασίας, πολλοί αφανείς εργαζόμενοι στον κλάδο της έρευνας, αρκετοί από τους οποίους χωρίς καν να έχουν πληρωθεί. 

Εδώ πρέπει να απαντήσουμε και στον ισχυρισμό ότι ένα μεγάλο κομμάτι αυτής της κατηγορίας ερευνητών (υποψήφιοι διδάκτορες και προπτυχιακοί/μεταπτυχιακοί φοιτητές σε πρακτική άσκηση) δεν είμαστε εργαζόμενοι, αλλά φοιτητές και εκπαιδευόμενοι. Και θα απαντήσουμε με λίγες ερωτήσεις. Ποιος είπε ότι ένας εργαζόμενος δεν μπορεί να εκπαιδεύεται ταυτόχρονα με την εργασία του; Και ποιος είπε ότι αυτό μειώνει την αξία της εργασίας του; Αν η εργασιακή μας εμπειρία δεν ήταν αρκετή, ποιος θα ανέθετε σε εμάς τη δουλειά του; Το αποτέλεσμα της δουλειάς αυτής χρησιμοποιείται ή όχι σε επιστημονικές δημοσιεύσεις; Το αποτέλεσμα αυτό δεν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Ιδρύματος στο οποίο εργαζόμαστε;

Ο ισχυρισμός αυτός είναι τόσο έωλος που δεν μπορεί να σταθεί σε καμιά σοβαρή συζήτηση. Η θέση αυτού του κομματιού ερευνητών στα Πανεπιστήμια και στα Ερευνητικά Κέντρα είναι διττή: και φοιτητική και εργασιακή. Η συμβολή μας στην παραγωγή νέας γνώσης όμως, πηγάζει από την εργασιακή μας θέση. Η άρνηση αυτής της πραγματικότητας μόνο σε λάθος συμπεράσματα μπορεί να οδηγήσει. Παρ’ όλα αυτά, ο ισχυρισμός αυτός είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στα χέρια όσων θέλουν να αποφύγουν να πληρώσουν αυτούς τους εργαζόμενους για τη δουλειά τους.

Πού δουλεύουμε οι ερευνητές;

Ας υποθέσουμε λοιπόν, ότι έχουμε πειστεί με τα μέχρι τώρα επιχειρήματα και ότι ως ερευνητές είμαστε όντως εργαζόμενοι. Πού μπορεί να μας βρει κάποιος να δουλεύουμε; Ερευνητές υπάρχουν σίγουρα στα Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Κέντρα (Ε.Κ). Υπάρχουν όμως και τμήματα έρευνας και ανάπτυξης (R&D) σε πολλές μεγάλες επιχειρήσεις (πχ στις φαρμακοβιομηχανίες), στα οποία δουλεύουν εργαζόμενοι που κάνουν παρόμοια δουλειά με αυτή που κάνουν όσοι δουλεύουν στα Πανεπιστήμια. Φαίνεται ότι η έρευνα απλώνεται και διαχέεται οριζόντια σε μια σειρά από εργασιακούς κλάδους.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ερευνητών πάντως, δουλεύουν στα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Πανεπιστήμια και Α.Τ.Ε.Ι) και στα Ε.Κ. Αυτοί οι χώροι και κυρίως τα Ε.Κ, αποτελούν μια μαζική, συγκεντροποιημένη παραγωγή ενός συγκεκριμένου προϊόντος, της νέας γνώσης. Θα μπορούσαμε να πούμε, χωρίς να υπερβάλουμε, ότι αποτελούν μεγάλα εργοστάσια έρευνας όπου πολλά από τα χαρακτηριστικά των βιομηχανικών εργοστασίων διατηρούνται. 

Αυτή η επικρατούσα θέση των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Ε.Ι) και των Ε.Κ στον κλάδο της έρευνας δε φαίνεται να αλλάζει. Και γιατί να αλλάξει εξάλλου, όταν η συγκέντρωση της παραγωγής συμφέρει τον εκάστοτε επενδυτή; Η έρευνα είναι μια τόσο δαπανηρή διαδικασία που δύσκολα μπορεί να την αναλάβει εξαρχής και εξ ολοκλήρου μια ιδιωτική εταιρία. Προτιμάται είτε η σταδιακή μετατροπή των δημόσιων και ημι-δημόσιων Ιδρυμάτων σε Ιδρύματα που λειτουργούν με επιχειρηματικά κριτήρια είτε η ιδιωτικοποίησή τους. Φυσικά, ένα επιπλέον χαρακτηριστικό (καθαρά επιστημονικό) που ενισχύει τη συγκέντρωση της έρευνας είναι και η γενικότερη τάση της σύγχρονης επιστήμης να συνδυάζει διαφορετικές επιμέρους επιστήμες: πχ Φυσική, Βιολογία, Ιατρική κλπ. Ένας χώρος όπου στεγάζει ερευνητές από διαφορετικές επιστήμες είναι ο καταλληλότερος για να επιτευχθεί αυτό.

Υφίστανται εκμετάλλευση οι εργαζόμενοι στον κλάδο της έρευνας;

Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση θα μπορούσε να είναι πολύ εύκολη: «Ναι, όπως όλοι οι εργαζόμενοι». Δυστυχώς όμως, χρειάζεται να αιτιολογήσουμε ενδελεχώς αυτήν την απάντησή μας. Πολλοί, ακόμα και φίλοι μας, συχνά φαίνεται να θέλουν να μας πουν «Καλά, μιλάτε κι εσείς; Και τι να πουν οι τάδε και οι δείνα;» Όσο άβολη κι αν είναι η θέση μας, θα πρέπει να πούμε «Ναι, μιλάμε κι εμείς!». Όχι με κάποια τάση υποτίμησης των τάδε και των δείνα, αλλά με μια διάθεση να αποτυπώσουμε την πραγματικότητα και ίσως και τη σταδιακή αλλαγή που συμβαίνει στον κλάδο της έρευνας όπως και σε μια σειρά άλλους εργασιακούς κλάδους.

Καταρχάς, όπως ήδη είπαμε, με τη δουλειά μας παράγουμε κάποιο προϊόν, τη νέα γνώση. Αυτό το προϊόν δε μας ανήκει, αλλά το εκμεταλλεύονται κάποιοι, είτε είναι οι επιστημονικά υπεύθυνοι ερευνητές, είτε τα Ιδρύματα στα οποία δουλεύουμε, είτε κάποιο επιστημονικό περιοδικό που μέσω την συνδρομών του αντλεί κέρδος από τη δουλειά μας, είτε κάποια εταιρία που χρηματοδοτεί τη μελέτη ή αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματά της. Η εκμετάλλευση αυτή μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση, μέσω πώλησης προϊόντων, μέσω κατοχύρωσης ευρεσιτεχνίας, μέσω βελτίωσης της αξιολόγησης του Ιδρύματος ή του επιστημονικά υπεύθυνου ερευνητή, κάτι που αυξάνει την πιθανότητα εισροής νέων ανταγωνιστικών προγραμμάτων κλπ. 

Όσον αφορά τα εισοδήματα των μη μόνιμων ερευνητών[1], η ραγδαία μείωση τους τα τελευταία χρόνια είναι σίγουρα μέρος της γενικότερης οικονομικής κρίσης. Αν λάβουμε όμως υπόψη μας το γεγονός ότι το καθαρό μηνιαίο εισόδημα ενός μη μόνιμου ερευνητή (ο οποίος μπορεί να έχει πτυχίο ή και μεταπτυχιακό) πλησιάζει αυτό ενός ανειδίκευτου εργάτη, μπορούμε να φτάσουμε σε δύο βασικά συμπεράσματα: πρώτον, ότι αν πέφτει τόσο χαμηλά το εισόδημα ενός υψηλά εξειδικευμένου εργαζόμενου, τότε θα πρέπει να περιμένουμε περαιτέρω μείωση και του κατώτατου μισθού. Δεύτερον, ότι υπάρχει μια συνεχής τάση υποτίμησης της αξίας της εργατικής δύναμης της διανοητικής εργασίας, κάτι που θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε πιο κάτω.

Το χαμηλό εισόδημα όμως, δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Οι γενικότερες εργασιακές συνθήκες υποδηλώνουν αυτήν την υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης στην οποία αναφερθήκαμε. Η σύναψη συμβάσεων έργου αντί για συμβάσεις εργασίας είναι ένα από τα βασικότερα στοιχεία αυτής της υποτίμησης, μιας και υποδηλώνουν ότι ο εργαζόμενος δεν είναι εργαζόμενος! Είναι ελεύθερος επαγγελματίας! Λες και δεν εξαρτάται άμεσα από τα πανάκριβα μηχανήματα του εργαστηρίου που χρησιμοποιεί, λες και στην πράξη δεν έχει ελάχιστο αλλά και ελαστικό ωράριο εργασίας, λες και δεν έχει την άμεση επίβλεψη των επιστημονικά υπευθύνων. Οι συμβάσεις έργου έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως σε διάφορους εργασιακούς κλάδους (με τον κλάδο των μηχανικών να διεκδικεί τα πρωτεία) και έχει αναδειχθεί ως ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος για να ξεφορτωθούν βάρη τα αφεντικά και να τα φορτωθούν οι εργαζόμενοι.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι δεν είναι όλοι οι ερευνητές στην ίδια κατάσταση. Εξ αρχής αναφέραμε ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες ερευνητών: στη μία ανήκουν οι μόνιμοι και οι αορίστου χρόνου και στην άλλη οι συμβασιούχοι. Οι ερευνητές της πρώτης κατηγορίας προφανώς είναι απαλλαγμένοι από την επισφάλεια και το χαμηλό μισθό των περισσότερων συμβασιούχων, αν και κατά πάσα πιθανότητα, σε κάποια φάση της ζωής τους πέρασαν από κει. Η μονιμότητα στην εργασία είναι ένα πάγιο αίτημα του αγωνιστικού εργατικού κινήματος. Στον κλάδο μας ωστόσο, το αίτημα αυτό πρέπει να συνδυαστεί και με το αίτημα για μαζικές προσλήψεις και για ριζική αλλαγή της ίδιας της δομής της έρευνας, γιατί δυστυχώς, η μονιμότητα σ ’αυτές τις θέσεις, σε κάποιες χώρες, έχει συνδεθεί και με το διευθυντικό ρόλο.

Όλα όσα αναφέρονται, αν και εμφανίζονται πολύ έντονα στην Ελλάδα λόγω αρκετών ιδιαιτεροτήτων, δεν είναι τοπικό φαινόμενο[2]. Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύονται σε μεγάλα επιστημονικά περιοδικά, άρθρα που περιγράφουν, το καθένα από διαφορετική σκοπιά, μια κατάσταση που δεν μπορεί να συνεχιστεί[3]. Γίνεται κριτική στην έλλειψη μόνιμων θέσεων στην έρευνα, στην ανάγκη συνεχούς κινητικότητας των ερευνητών από χώρα σε χώρα, στο μειωμένο ποσοστό γυναικών ερευνητριών στον κλάδο της έρευνας αλλά και στα κριτήρια αξιολόγησης της έρευνας και των ερευνητών/τριών που χρησιμοποιούνται κλπ. Η συχνή εμφάνιση τέτοιων άρθρων καταδεικνύει την ανάγκη να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται παγκοσμίως η επιστημονική έρευνα.

Η υποτίμηση της διανοητικής εργασίας και το Πανεπιστήμιο ως επιχείρηση

Ήδη από την 7η δεκαετία του 20ου αιώνα, και ίσως και νωρίτερα, είχε διατυπωθεί η άποψη ότι συντελείται μια σταδιακή αλλαγή στη λειτουργία των Πανεπιστημίων, στον ρόλο που αυτά έπαιζαν στην κοινωνία αλλά και στον ρόλο που είχαν πλέον οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι σ’ αυτά. Η αλλαγή αυτή μπορεί να είναι περισσότερο και από εμφανής τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης, αλλά είναι σημαντικό να δούμε την επιρροή της κρίσης ως μια απότομη επιδείνωση παρά ως μια ποιοτική διαφοροποίηση της κατάστασης. 

Η συνεχώς αναπτυσσόμενη τεχνολογία και η βιομηχανία που στηρίζεται σε αυτή, χρειάζεται εργαζόμενους με υψηλή μόρφωση και εξειδίκευση. Παράλληλα, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου σε πολλές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες έφερε μια αυξημένη ζήτηση ανώτερων σπουδών σε κοινωνικές τάξεις και στρώματα στα οποία δε συνηθιζόταν. Υπήρξε δηλαδή, μια αύξηση τόσο στην προσφορά όσο και στη ζήτηση εργαζόμενων με υψηλή μόρφωση. Αυτό καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη μείωση των μισθών της διανοητικής εργασίας που αναφέραμε πιο πάνω, και μας θυμίζει αυτό που συμβαίνει και με τους μισθούς των χειρωνακτών εργαζομένων. Επομένως, θα μπορούσαμε να μιλάμε για προλεταριοποίηση της διανοητικής εργασίας[4], μια διαδικασία που περιλαμβάνει εκτός από την πτώση των μισθών, την αυξανόμενη υποταγή των εργαζόμενων σε άνωθεν εντολές, την αυξανόμενη αλλοτρίωση της εργασίας λόγω της εξειδίκευσης, της μηχανοποίησης της εργασίας κλπ. 

Η μεταβολή όμως της φύσης της εργασίας σε έναν εργασιακό κλάδο δεν μπορεί παρά να είναι στοιχείο μιας γενικότερης μεταβολής που συντελείται στον ίδιο τον εργασιακό κλάδο, που είναι σε μεγάλο βαθμό το Πανεπιστήμιο. Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι να γίνει μια εις βάθος ανάλυση της φύσης του Πανεπιστημίου. Παρ’ όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι η προλεταριοποίηση της διανοητικής εργασίας στο Πανεπιστήμιο πραγματοποιείται παράλληλα με τον ανταγωνισμό μεταξύ των Πανεπιστημίων αλλά και μεταξύ των ερευνητών, με τη διαρκή αναζήτηση χρηματοδότησης (όλο και πιο συχνά από εταιρίες και ανταγωνιστικά προγράμματα), με τη συνεχή πίεση για μεγαλύτερη παραγωγή νέας γνώσης, με την προσπάθεια παραγωγής πατεντών, με την ορολογία που χρησιμοποιείται (εργατοώρες, managers, πακέτα εργασίας κλπ), με τα δίδακτρα στις μεταπτυχιακές σπουδές και με τόσα άλλα χαρακτηριστικά του σύγχρονου Πανεπιστημίου. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μαζί, είναι χαρακτηριστικά μιας δυνάμει επιχείρησης, ενός εργοστασίου νέας γνώσης. Τα Ερευνητικά Κέντρα φτιάχτηκαν ακριβώς για να επιτευχθεί μια πιο άμεση σύνδεση της έρευνας με την αγορά παρακάμπτοντας τυχόν νόμους που δυσκολεύουν αυτή τη σύνδεση, όπως η απαγόρευση ύπαρξης ιδιωτικών πανεπιστημίων και διδάκτρων. Τα χαρακτηριστικά αυτά προφανώς δεν αναπτύχθηκαν τυχαία. Συγκεκριμένες αποφάσεις από κράτη και διεθνείς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, οδήγησαν στη μετατροπή του Πανεπιστημίου σε θεσμό που θα λειτουργεί συμπληρωματικά σε επιχειρήσεις και ενίοτε θα τις ανταγωνίζεται με όρους αγοράς.

Ένας άγνωστος κλάδος αναγνωρίζει τον εαυτό του

Αν και είναι νωρίς να μιλάμε για ένα κίνημα στον κλάδο της έρευνας, η αλήθεια είναι ότι κάτι κινείται. Και μάλιστα διεθνώς! Το πρώτο βήμα, η αναγνώριση ότι υπάρχει πρόβλημα, έχει γίνει. Σε πολλές περιπτώσεις έχει γίνει και ένα δεύτερο βήμα, η αναγνώριση της ανάγκης για συλλογική δράση[5]. Σωματεία ή άλλες δικτυώσεις έχουν εμφανιστεί σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ, της Γαλλίας και αλλού, ζητώντας επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας, καλύτερους μισθούς κλπ. Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια πολλά υπάρχοντα σωματεία εργαζομένων σε Ερευνητικά Κέντρα έχουν αναγκαστεί να αλλάξουν τα καταστατικά τους ώστε να συμπεριλάβουν και τους συμβασιούχους εργαζόμενους, στην πλειοψηφία τους νέοι ερευνητές. Παράλληλα, στο Ηράκλειο της Κρήτης ένα νέο κλαδικό σωματείο, ο Σύλλογος Ερευνητών/τριών και Εργαζομένων στην Έρευνα Ηρακλείου (ΣΕΕΕΗ) ήρθε για να ενώσει τους νέους ερευνητές τόσο μεταξύ των ιδρυμάτων της πόλης όσο και μεταξύ των διάφορων βαθμίδων μη μόνιμων ερευνητών (post doc, τεχνικοί, υποψήφιοι διδάκτορες, μεταπτυχιακοί φοιτητές και πρακτικάριοι). Βασικά του αιτήματα: η αναγνώριση της εξαρτημένης σχέσης εργασίας με τα Ιδρύματα, η σύναψη κλαδικής σύμβασης εργασίας, η αναγνώριση των ερευνητών ως εργαζόμενων, η προκήρυξη μόνιμων θέσεων εργασίας και άλλα[6].

Η ικανοποίηση αυτών των αιτημάτων είναι απαραίτητη για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας μας αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Τα άμεσα αιτήματά μας είναι ένα μόνο στοιχείο της γενικότερης εικόνας που διαμορφώνουμε για την έρευνα. Δε θέλουμε απλά να έχουμε καλύτερους μισθούς, αλλά θέλουμε μια έρευνα από και για την κοινωνία, μια έρευνα που να απελευθερώνει την παραγωγή αλλά και την ίδια μας τη ζωή μειώνοντας τις ώρες εργασίας με αύξηση αποδοχών και εξαλείφοντας την ανεργία.

Τελικά, το να αναγνωρίσουμε εμείς οι ίδιοι την έρευνα ως εργασία, και όχι μόνο ως σπουδές ή ως κάτι που μας αρέσει να κάνουμε, είναι αυτό που θα μας φέρει πιο κοντά μεταξύ μας αλλά και με τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Έτσι, θα μπορέσουμε να ενώσουμε τα αιτήματά μας με τα αιτήματά τους, να ενώσουμε τους αγώνες μας, να τους πολιτικοποιήσουμε και να δώσουμε κοινές λύσεις και προτάγματα. Κάπου εκεί θα μπορέσουμε και να πείσουμε τους φίλους μας ότι το γεγονός ότι είμαστε ακόμα στο Πανεπιστήμιο δε σημαίνει ότι είμαστε ακόμα φοιτητές!

Υ.Γ. Ευχαριστώ το Δημήτρη και τη Δήμητρα για τα πολύτιμα σχόλια τους για το κείμενο αυτό και όλους αυτούς με τους οποίους έχουμε συνδιαμορφώσει τις απόψεις μας τα τελευταία χρόνια.
Του Μάνου Κτιστάκη (Υποψήφιος Διδάκτορας, Πρόεδρος του Συλλόγου Ερευνητών/τριών και Εργαζομένων στην Έρευνα Ηρακλείου)



[1] Συχνά χρησιμοποιείται και ο όρος «νέοι ερευνητές» ο οποίος περιλαμβάνει όλους τους ερευνητές μέχρι και 5 χρόνια μετά την απόκτηση του διδακτορικού. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των μεταδιδακτόρων ερευνητών που συνεχίζουν να δουλεύουν και μετά τα 5 χρόνια, χωρίς να έχουν αποκτήσει κάποια μόνιμη ή αορίστου χρόνου σχέση εργασίας, έχει αυξηθεί ραγδαία. Έτσι, ο όρος αυτός θέτει μια διαχωριστική γραμμή στους ερευνητές με λάθος κριτήριο- τον χρόνο απόκτησης διδακτορικού- και όχι με τη σχέση εργασίας τους. Απουσία ιδανικότερου δόκιμου όρου, χρησιμοποιούμε τον όρο “μη μόνιμοι ερευνητές” παρ’ όλο που έχει και αυτός προβλήματα.
[2] Ενδεικτικά:
[3] Ενδεικτική αρθρογραφία:
[4] Αναφέρομαι στην άποψη περί προλεταριοποίησης της διανοητικής εργασίας που είχε διατυπωθεί από τον Ernest Mandel στο: Φοιτητές, διανοούμενοι και πάλη των τάξεων, 1979, Εκδόσεις Εργατική Πάλη
[5] Ενδεικτικά:
http://dede.org.cy/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου