Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Η κατάρρευση ενός υπαλλήλου; Hans Fallada


Ε​​νας άνθρωπος «μικρός» είναι ο ήρωας του βιβλίου του Χανς Φάλαντα «Και τώρα, ανθρωπάκο;», ένας ασήμαντος μικροϋπάλληλος που πασχίζει να ορθοποδήσει, κοινωνικά ανέστιος, ουδέτερος πολιτικά, εξουθενωμένος από την προϊούσα προλεταριοποίησή του: ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ. Ομοιος με όλους εκείνους τους δυνάμει κοινωνικούς παρίες, που επανέρχονται σταθερά στη λογοτεχνία του μεσοπολέμου, χαρακτήρες που αναδύονται μέσα από τη σαρωτική οικονομική κρίση εκείνου του καιρού, ιδιαίτερα στην ηττημένη Γερμανία, που παραπαίουν πελαγωμένοι ανάμεσα σε μια υλική συνθήκη που συνεχώς επιδεινώνεται και στην ανάγκη τους να διατηρήσουν μιαν αστική συνείδηση και ως εκ τούτου παραπαίουν, όπως σημείωνε ο σοσιαλδημοκράτης κοινωνιολόγος Εμιλ Λέντερερ, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, αμφίθυμοι ως προς τις πολιτικές τους επιλογές. Οι άνθρωποι αυτοί θα συνθλιβούν, είτε γιατί θα παγιδευτούν στα γρανάζια ενός ακατανόητου, παράλογου μηχανισμού, είτε επειδή δεν θα μπορέσουν να τα βάλουν με τις υπέρτερες δυνάμεις που ορίζουν τον βίο τους, είτε από πλήξη, καθώς η ρουτίνα στραγγίζει τη ζωή τους από οποιοδήποτε νόημα.

Οταν ο Φάλαντα παρέδωσε το χειρόγραφο του «Και τώρα, ανθρωπάκο;» στον εκδότη του, στις αρχές του 1932, υπήρχαν οκτώμισι εκατομμύρια άνεργοι στη Γερμανία. Το 1933, το 40% του πληθυσμού ήταν αποκλεισμένο από την αγορά εργασίας. Στη χειρότερη μοίρα βρίσκονταν οι υπάλληλοι. Τον Σεπτέμβριο του 1932, πάνω από 500.000 υπάλληλοι ήταν άνεργοι, το 10% δηλαδή του άνεργου πληθυσμού της Γερμανίας. Και ενώ πριν από το 1914 ταυτίζονταν με την αστική τάξη και το κράτος, μετά τον πόλεμο τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Η αστική τάξη χειμαζόταν λόγω της οικονομικής κρίσης, το κράτος συνδεόταν με τη σοσιαλδημοκρατία και τους εργάτες, οι υπάλληλοι αισθάνονταν εντελώς απροστάτευτοι. 
Πάνω από τα κεφάλια της οικογένειας Πίνεμπεργκ, του Γιοχάνες, της Εμμα και του νεογέννητου «Μπόμπιρά» τους επικρέμαται η δαμόκλειος σπάθη της ανεργίας, της περιστασιακής εργασίας, της ανασφάλειας, του πληθωρισμού. «Μερικές φορές», λέει ο Πίνεμπεργκ, κουρασμένος πια από τις συνεχείς εργασιακές ανατροπές, «σκέφτομαι πως θα ’ταν καλά να ’μουν κι εγώ άνεργος· δε θα χρειαζόταν πια να φοβάμαι πώς θα ’ναι και αν θα τ’ αντέξουμε». Κι αυτή η ανασφάλεια, τους κάνει να μη θέλουν παρά την ησυχία τους, τη δουλειά τους, το ταπεινό αλλά βέβαιο εισόδημά τους, λίγο ρομαντισμό που τον εισπράττουν από τη φύση ή το σινεμά. «Δεν είμαστε τίποτε», λέει ο Πίνεμπεργκ. «Είμαστε ολομόναχοι. Αν ήμασταν εργάτες! Λένε ο ένας στον άλλον “σύντροφε” και αλληλοβοηθιούνται». Και στην αντίδραση της Εμμα, που γνωρίζει καλά τι σημαίνει εργατική τάξη, απαντάει: «Το ξέρω πως κι εκείνοι δεν είναι σε καλύτερη μοίρα. Αλλά τουλάχιστον μπορούν να γυρνούν ατημέλητοι. Εμείς οι υπάλληλοι φανταζόμαστε πως είμαστε κάτι καλύτερο»…

Οχι, οι υπάλληλοι δεν είναι «κάτι καλύτερο». Ο Πίνεμπεργκ θα διαπιστώσει πως οι προσδοκίες του δεν είναι παρά μια φαντασίωση. Η κοινωνική κάθοδος της οικογένειας θα συμπυκνωθεί συμβολικά στα ολοένα και πιο άθλια καταλύματα στα οποία διαδοχικά μετακομίζει, αλλά και στην έκπτωση της γλώσσας που από ευπρεπής και επιτηδευμένη γίνεται σταδιακά στοιχειώδης (σημαντική η συμβολή της μεταφράστριας Ιωάννας Αβραμίδου στην κατάδειξη αυτού του εκπεσμού). Το μόνο φως σ’ αυτήν τη μίζερη ζωή είναι η ακατάβλητη, αισιόδοξη Εμμα. «Εχουμε ο ένας τον άλλον», δεν παύει να επαναλαμβάνει στον Γιοχάνες. Εκείνη στηρίζει το αδιαμφισβήτητο της σχέσης, τη στερεότητά της, την ελπίδα. «Βάλθηκα να γράψω ένα μυθιστόρημα για την ανεργία και σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβω, το βιβλίο μου μεταμορφώθηκε σε φόρο τιμής σε μια γυναίκα», έλεγε ο Φάλαντα, σαν να ’θελε να πει πως, αν υπάρχει ένας μίτος εξόδου από τον λαβύρινθο της κρίσης, δεν είναι άλλος από τα νήματα των ανθρώπινων δεσμών. Οσο για τους παραλληλισμούς με το σήμερα, αυτοί είναι παραπάνω από αυτονόητοι.
ΗANS FALLADA
Και τώρα, ανθρωπάκο;
μτφρ.: Ιωάννα Αβραμίδου,
εισαγωγή: Κώστας Κουτσουρέλης
εκδ. Gutenberg, σελ. 636

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου