Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Ο χρόνος εργασίας και το νοσοκομειακό κίνημα

Το σοβαρότατο ζήτημα του χρόνου εργασίας των γιατρών που επανέρχεται στην επικαιρότητα με το νέο αντιδραστικό κυβερνητικό νομοσχέδιο έχει παίξει στο πρόσφατο παρελθόν αποκαλυπτικό ρόλο για το τι χαρακτήρα πρέπει να έχουν οι κινητοποιήσεις μας ώστε να είναι νικηφόρες και για την επί της ουσίας αρνητική στάση του συνόλου της κοινοβουλευτικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.


Η περίοδος 2006 – 2008 είχε σηματοδοτηθεί από σοβαρή άνοδο των αγωνιστικών διαθέσεων στον κλάδο των νοσοκομειακών γιατρών.
1. Οι αποδοχές των νοσοκομειακών γιατρών ήταν από χρόνια καθηλωμένες παρά την μεγάλη άνοδο του κόστους ζωής που είχε επέλθει μετά την αλλαγή του νομίσματος (από δραχμή σε ευρώ). Οι προηγούμενες αυξήσεις αποδοχών είχαν δοθεί στα τέλη της δεκαετίας του 90 μετά από πολυήμερο απεργιακό αγώνα.
Είχε ενταθεί η εργασιακή εξόντωση ιδιαίτερα των ειδικευομένων. Στα περισσότερα τμήματα της χώρας οι νοσοκομειακοί γιατροί έκαναν 10,11,12 ακόμα και 15 ενεργείς εφημερίες τον μήνα χωρίς δικαίωμα ενδιάμεσης ανάπαυσης. Επίσης από διοικητές – μεγαλοδιευθυντές – μεγαλοκαθηγητές γινόταν εξαναγκασμός για παραβίαση και του τακτικού πρωινού ωραρίου (που τότε ήταν 8ωρο).
3. Προκηρύξεις θέσεων Επιμελητών Β γίνονταν ελάχιστες, και όταν προκηρύσσονταν συνήθως οι διαδικασίες δεν ολοκληρώνονταν ποτέ αν δεν υπήρχε υποψήφιος αρεστός στους μηχανισμούς της εκάστοτε κυβέρνησης.
4. Στους υπηρετούντες Επιμελητές υπήρχε καθεστώς μόνιμης καθήλωσης στον βαθμό και στον μισθό που αντιστοιχούσε στον συγκεκριμένο βαθμό. Για να γίνει κάποιος Επιμελητής Α από Επιμελητής Β έπρεπε να προκηρυχθεί θέση Α στο τμήμα με ανοιχτή προκήρυξη και να την πάρει. Διευθυντής υπήρχε μόνο ένας σε κάθε τμήμα (ο «συντονιστής»). Το κράτος για να εξευμενίσει κάπως τα πράγματα είχε βαφτίσει τους παλιούς Επιμελητές Α «αναπληρωτές διευθυντές» αλλά αυτό ήταν απλά ένας τίτλος που δεν μεταφραζόταν σε αύξηση μισθού. Υπήρχαν άνθρωποι που πλησίαζαν την συνταξιοδότηση με τον βαθμό του Επιμελητή Β.
5. Υπήρχαν μεγάλες καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων εφημεριακών αποδοχών. Η πολιτεία αντιμετώπιζε τις εφημεριακές αμοιβές των νοσοκομειακών γιατρών ως «ελαστικό κονδύλι» που το λήστευε (κυριολεκτικά) για να καλύπτει διάφορες «τρύπες» του κρατικού προϋπολογισμού.
6. Υπήρχε καθεστώς τεράστιας αυθαιρεσίας από μια συγκεκριμένη ομάδα καθηγητών και (συντονιστών) διευθυντών προσκείμενη στα τότε κυβερνητικά κόμματα (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) η οποία είχε ως μοναδικό μέλημα την διατήρηση φεουδαρχικών προνομίων και την προώθηση της ιδιωτικοποίησης του ΕΣΥ ζητώντας μόνιμα «έξτρα αμοιβές» για τους εαυτούς τους (πρακτικά να νομιμοποιηθούν τα φακελάκια και οι μίζες που άρπαζαν σε καθημερινή βάση).

Τα παραπάνω ήταν αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των κυβερνήσεων Μητσοτάκη – Σημίτη – Καραμανλή που εφάρμοζαν τις εντολές κεφαλαίου και ΕΟΚ-ΕΕ. Συνέθεταν έναν πραγματικό εργασιακό μεσαίωνα για την πλειοψηφία των έντιμων μαχόμενων νοσοκομειακών γιατρών στην καθιέρωση του οποίου εκτός από τις κυβερνήσεις είχαν συνενοχή ιδιοτελή καπιταλιστικά μεγαλοκαθηγητικά – μεγαλοδιευθυντικά συμφέροντα ΜΕΣΑ στον ίδιο τον κλάδο.
Επειδή σχεδόν σε όλες τις χώρες της ΕΟΚ-ΕΕ υπήρχαν παρόμοια φαινόμενα εργασιακής υπερεξόντωσης των νοσοκομειακών γιατρών και ιδιαίτερα των νεότερων, είχαν τότε υπάρξει διάφορες αντιδράσεις συνδικαλιστικές και δικαστικές. Μάλιστα, είχαν υπάρξει δικαστικές αποφάσεις σε κάποιες χώρες που καταλόγιζαν στις κυβερνήσεις την ευθύνη για ιατρικά λάθη που οφείλονταν στην υπερκόπωση των γιατρών.
Η απάντηση των οργάνων της ΕΟΚ-ΕΕ στην κατάσταση αυτή ήταν η ευρωπαϊκή οδηγία 2003/88/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με ΠΔ το 2005. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του υποκριτικού, αντιδραστικού και αντεργατικού τρόπου με τον οποίο πάντα αντιμετωπίζουν παρόμοια θέματα τα όργανα της ΕΟΚ-ΕΕ.
1. Προβλέπει ένα ανώτατο όριο ωρών ιατρικής εργασίας ανά εβδομάδα χωρίς όμως να διευκρινίζει αν η εργασία αυτή είναι τακτική ή εφημεριακή.
2. Δίνει στην εργοδοσία το απόλυτο διευθυντικό δικαίωμα να καθορίζει την διευθέτηση των ωρών αυτών για κάθε γιατρό χωρίς κανέναν περιορισμό, π.χ. θεωρητικά η διοίκηση του νοσοκομείου μπορεί να βάζει τον γιατρό να εργάζεται Δευτέρα μεσημέρι – Τρίτη νύχτα – Τετάρτη απόγευμα – Πέμπτη πρωί κλπ, αρκεί το άθροισμα των ωρών ανά εβδομάδα να μην υπερβαίνει τις 48 για τους ειδικευμένους και τις 52 για τους ειδικευόμενους.
3. Αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για εξατομικευμένη διευθέτηση αυτών των ωρών εργασίας από την εργοδοσία διαφορετικά για κάθε γιατρό.
4. Χαρακτηρίζεται από την λογική πως η κόπωση του γιατρού έχει να κάνει μόνο με τον αριθμό των ωρών εργασίας και όχι με τις ΣΥΝΘΗΚΕΣ εργασίας. Π.χ. θεωρεί πως μια ώρα εφημερίας σε ένα τμήμα όπου εφημερεύουν 3 γιατροί για 30 ασθενείς επιφέρει την ίδια κόπωση με μια ώρα εφημερίας ενός γιατρού που εξαναγκάζεται να εφημερεύει σε εφημερία τομέα μόνος του για 100 ασθενείς διαφορετικών ειδικοτήτων.

Με βάση όλα τα προηγούμενα και με θρυαλλίδα τις απλήρωτες εφημερίες, την περίοδο εκείνη (2006-2008) υπήρξε μια μεγάλη έξαρση του νοσοκομειακού κινήματος με μαζικές γενικές συνελεύσεις στα νοσοκομεία, δυναμικές επισχέσεις, πενθήμερες απεργίες, διαδηλώσεις στο υπουργείο Υγείας και αναστολή κατάθεσης προγραμμάτων εφημεριών.
Στο κίνημα αυτό από την αρχή υπήρχε έντονη διαπάλη μεταξύ των παρακάτω αντιλήψεων :
1. Η αντίληψη του Υπουργείου Υγείας (Αβραμόπουλος) και του προεδρείου της ΟΕΝΓΕ που ελεγχόταν από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία ΠΑΣΟΚ – ΝΔ. Αυτοί προωθούσαν ένα σχέδιο όπου πρακτικά οι γιατροί θα εφημέρευαν … χωρίς να φαίνεται πως εφημερεύουν ( ? ) με το προπαγανδιστικό επιχείρημα «να ξεγελάσουμε τους κουτόφραγκους για να πάρουμε αυξήσεις και εξέλιξη» μέσω της ενσωμάτωσης των εφημεριακών αποδοχών στις τακτικές. Το σχέδιο αυτό ήταν «κομμένο και ραμμένο» στα μέτρα του κράτους και του μεγαλοδιευθυντικού κατεστημένου. Προέβλεπε πρακτικά πως με σταθερή παρόμοια μηνιαία αμοιβή ο κάθε γιατρός θα ήταν στην διάθεση της εργοδοσίας «σύμφωνα με τις ανάγκες» (τις οποίες θα τις καθόριζαν οι διοικητές και οι διευθυντές) 365 εικοσιτετράωρα τον χρόνο. Δηλαδή έδινε στο κράτος και στο μεγαλοδιευθυντικό κατεστημένο το απόλυτο εργοδοτικό δικαίωμα να καθορίζουν τον χρόνο εργασίας κάθε γιατρού εξατομικευμένα χωρίς καν να καταγράφεται αυτός ο χρόνος εργασίας. Τέλος, η βαθμολογική εξέλιξη που προέβλεπε η λογική αυτή ήταν «μαϊμού» και μισερή, με διατήρηση της μεγαλοδιευθυντικής φεουδαρχίας – αυθαιρεσίας.
2. Η αντίληψη «εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας ως έχει, 48ωρο, δεν μας ενδιαφέρει τίποτε άλλο». Στην αντίληψη αυτή πρωτοστατούσαν κάποιοι εκπρόσωποι του τότε ΣΥΝ αλλά και κάποιοι συνδικαλιστές από ΝΔ – ΠΑΣΟΚ κυρίως στην περιφέρεια. Αδιαφορούσαν για τον διαχωρισμό πρωινού τακτικού από εφημεριακό χρόνο εργασίας και πρακτικά υποστήριζαν γενική εφαρμογή του κυκλικού ωραρίου ( έξι οκτάωρα την εβδομάδα για κάθε γιατρό) παραγνωρίζοντας την σχετική καταστροφική εμπειρία από την εφαρμογή του καθεστώτος αυτού στον νοσηλευτικό κλάδο. Η αντίληψη αυτή περιφρονούσε την αποτελεσματικότητα του κινήματος και των αγωνιστικών μορφών πάλης και έδινε προτεραιότητα στις δικαστικές προσφυγές.
3. Η αντίληψη της αγωνιστικής πτέρυγας που προέβαλλε ένα πλήρες διεκδικητικό πλαίσιο (λιγότερη δουλειά – δουλειά για όλους, 5θήμερο – 6ωρο – 30ωρο τακτικό πρωινό ωράριο και το πολύ μια εφημερία την εβδομάδα, προγράμματα εφημεριών ασφαλή για τους ασθενείς, κανένας γιατρός να εφημερεύει χωρίς να πληρώνεται και κανένας γιατρός να πληρώνεται χωρίς να εφημερεύει, ρεπό μετά την εφημερία, αυξήσεις αποδοχών, χιλιάδες προσλήψεις μόνιμων επιμελητών, πλήρης κατάργηση της μεγαλοδιευθυντικής – μεγαλοκαθητικής αυθαιρεσίας και μάλιστα κατάργηση του ίδιου του θεσμού του διευθυντή, μισθολογική εξέλιξη ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας). Αυτό το πλαίσιο προτάθηκε από την ΑΡΣΙ και άλλες αγωνιστικές δυνάμεις της αντισυστημικής – ριζοσπαστικής – αντικαπιταλιστικής αριστεράς το 2006 (Νυστέρι, Αριστερή Κίνηση Υγειονομικών, Ένωση Εργαζομένων) και υιοθετήθηκε μαζικά από τις γενικές συνελεύσεις, και μάλιστα με την λογική πως οι ίδιες οι γενικές συνελεύσεις πρέπει να αναλάβουν την εκπροσώπηση του κλάδου παρακάμπτοντας την συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Η αγωνιστική πτέρυγα μαζί με τους νέους γιατρούς επίσης επέβαλαν την επίσχεση εργασίας ως συλλογική μορφή πάλης παρά την σφοδρή αντίδραση του συνόλου της κοινοβουλευτικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που με διάφορα αστεία επιχειρήματα («αν στρεφόμαστε ενάντια στους συντονιστές διευθυντές και στους καθηγητές απειλείται η ενότητα του κλάδου» κλπ ) κρατούσε καθαρά εργοδοτική στάση στο θέμα.
4. Οι δυνάμεις της ΔΗΠΑΚ τότε είχαν κρατήσει επαμφοτερίζουσα στάση. Αρχικά στην ΕΙΝΑΠ και στην ΟΕΝΓΕ συντάσσονταν με τους εκπροσώπους ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ που έλεγαν πως πρέπει να διεκδικούμε 7ωρο (τότε ίσχυε 8ωρο) γιατί το 6ωρο «είναι εξτρεμισμός» και 7 εφημερίες τον μήνα (τότε γίνονταν στα περισσότερα τμήματα πάνω από 11) γιατί «το μία εφημερία την εβδομάδα είναι ουτοπία»). Η επαμφοτερίζουσα αυτή η στάση είχε οδηγήσει σε κωμικές θέσεις, όπως π.χ. πως το αίτημα για ρεπό μετά από κάθε εφημερία δήθεν … προωθεί την «αντιδραστική διευθέτηση του χρόνου εργασίας». Στην συνέχεια υιοθέτησαν στα λόγια το διεκδικητικό πλαίσιο των γενικών συνελεύσεων (5θήμερο, 6ωρο κλπ) χωρίς όμως να υιοθετήσουν το κρίσιμο σημείο που έλεγε πως την εκπροσώπηση του κλάδου πρέπει να την αναλάβουν οι ίδιες οι γενικές συνελεύσεις και όχι μόνη της εν λευκώ η συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Το πόσο κρίσιμο ήταν αυτό το σημείο, αποδείχτηκε περίτρανα κατά το έκτακτο συνέδριο της ΟΕΝΓΕ (Ιούνης 2008) όπου οι εκπρόσωποι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ψήφισαν το πλαίσιο της … ΔΗΠΑΚ σε μια τελευταία απελπισμένη τους προσπάθεια να επικυρωθεί πως μόνο οι ίδιοι θα έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα εκπροσώπησης του κλάδου. Επίσης, ενώ η ΔΗΠΑΚ τελικά αναγκάστηκε να υιοθετήσει στα χαρτιά το διεκδικητικό πλαίσιο των γενικών συνελεύσεων, αρνήθηκε ως το τέλος να αναγνωρίσει τις ίδιες τις συνελεύσεις. Μάλιστα ισχυριζόταν πως οι συνελεύσεις … ούτε καν υπήρχαν (!).

Όλη αυτή η κινηματική έξαρση τελικά οδήγησε στην σύναψη της κλαδικής συμφωνίας μεταξύ πολιτείας και ΟΕΝΓΕ τον 12/2008. Η κλαδική αυτή συμφωνία προέβλεπε σημαντικές κατακτήσεις για τον κλάδο : 4500 προσλήψεις μόνιμων Επιμελητών Β – σοβαρές αυξήσεις αποδοχών – ρεπό μετά κάθε ενεργή εφημερία – 7ωρο αντί για 8ωρο που ίσχυε τότε – 7 εφημερίες τον μήνα αντί για 11,12 και παραπάνω που γίνονταν τότε – κατάργηση του θεσμού του συντονιστή διευθυντή – βαθμολογική εξέλιξη των υπηρετούντων Επιμελητών – αφορολόγητο του επιδόματος βιβλιοθήκης κλπ. Το γεγονός πως οι κατακτήσεις αυτές δεν ήταν ακόμα μεγαλύτερες οφειλόταν στην ισορροπία δυνάμεων και στα όρια του κινήματος. Επίσης στις ευθύνες των κοινοβουλευτικών συνδικαλιστικών δυνάμεων. Των ηγεσιών ΝΔ, ΠΑΣΟΚ που είχαν κρατήσει από την αρχή αντιδραστική στάση και αποτέλεσαν το καθαρά το μακρύ χέρι του κράτους μέσα στον κλάδο. Του ΣΥΝ που ταλαντευόταν ανάμεσα στο «ξερό 48ωρο» και στις αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων και που βιαζόταν να «κλείσουν» όπως – όπως οι κινητοποιήσεις. Όμως στην τελευταία φάση οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν ΜΟΝΟ με αποφάσεις του συντονιστικού γενικών συνελεύσεων νοσοκομείων Αθήνας – Πειραιά και τότε, σε αυτή την τελευταία φάση από την οποία είχε αποσυρθεί το σύνολο της κοινοβουλευτικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, κατακτήθηκε άλλο ένα 50ρικο αύξηση στους ειδικευόμενους και η δέσμευση της πολιτείας για τις προσλήψεις των μόνιμων επιμελητών. Η τελευταία αυτή δέσμευση ΕΠΙΒΛΗΘΗΚΕ από τους ειδικευόμενους εκπροσώπους των γενικών συνελεύσεων που με επιμονή της αγωνιστικής πτέρυγας συμμετείχαν στην διαπραγμάτευση. Αυτό ήταν μια τρανταχτή απόδειξη για την ωριμότητα του κινήματος που αποκτήθηκε μέσα από τις γενικές συνελεύσεις με πρωτοπόρα συμμετοχή των νέων γιατρών σε αντίθεση με την αρνητική και παιδιάστικη στάση των κοινοβουλευτικών συνδικαλιστικών ηγεσιών. Μεγάλες ήταν οι ευθύνες και της ηγεσίας της ΔΗΠΑΚ που είχε εξ αρχής επαμφοτερίζουσα στάση όσον αφορά τα αιτήματα και που ως το τέλος δεν ήθελε συμμετοχή των γενικών συνελεύσεων στην εκπροσώπηση του κλάδου παρά το γεγονός πως αυτό είχε επιβληθεί στην πράξη.

Η κλαδική αυτή συμφωνία ΟΥΔΕΠΟΤΕ τηρήθηκε πλήρως από την πολιτεία. Η παραβίασή της άρχισε από τον ίδιο τον εφαρμοστικό της νόμο (3754/2009) και συνεχίστηκε από τις επόμενες κυβερνήσεις. Επίσης η πολιτεία ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της για νέα συμφωνία μετά την θεωρητική λήξη της συγκεκριμένης. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα πως η κατοχύρωση κάθε κατάκτησης είναι υπόθεση του ίδιου του κινήματος – των γενικών συνελεύσεων και των κινητοποιήσεων που αποφασίζονται από την βάση. Το κράτος και οι κοινοβουλευτικές συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες όταν το κίνημα καταλαγιάζει πάντα βρίσκουν τρόπο για πισωγυρίσματα. Ο τελικός απολογισμός πάντως της τότε περιόδου (7ωρο αντί 8ωρου, 7 εφημερίες τον μήνα αντί για 11, 12 και πάνω, αξιόλογες αυξήσεις αποδοχών , βαθμολογική εξέλιξη, ρεπό, χίλιες προσλήψεις Επιμελητών Β, αναστολή εφαρμογής του αντιδραστικού τρόπου διευθέτησης των ωρών εργασίας κλπ) ήταν πολύ θετικός για το νοσοκομειακό κίνημα. Αν δεν είχαν θεσμοθετηθεί τότε το 2009 αυτά, η κατάσταση στον κλάδο σήμερα θα ήταν πολύ χειρότερη μετά την επέλαση της μνημονιακής βαρβαρότητας 2010 – 2017.

Σήμερα, με αφορμή το απαράδεκτο αντιδραστικό σχέδιο νόμου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ περί «χρόνου εργασίας των γιατρών», το νοσοκομειακό κίνημα πρέπει να ξαναπιάσει το νήμα των κινητοποιήσεων επαναφέροντας τόσο το τότε νικηφόρο διεκδικητικό πλαίσιο όσο και την λογική «όλη η εξουσία στις γενικές συνελεύσεις». Σε μια περίοδο που ο αντίπαλος, το μαύρο μέτωπο κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ – μνημονιακών κυβερνήσεων θέλει να μας πάρει τα πάντα, εμείς πρέπει επιθετικά να ΤΑ ΖΗΤΑΜΕ ΟΛΑ. Η λογική του «εφικτού», του «δεν βλέπετε τι γίνεται γενικότερα» καθώς και η λογική της υποταγής στις κοινοβουλευτικές συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες που αποφασίζουν πριν από μας για μας και εναντίον μας είναι η μόνη σίγουρη συνταγή ήττας και αποτυχίας γιατί ηττημένος από χέρι είναι ο αγώνας που δεν γίνεται.
-       
Μαζικά και δυναμικά την Τετάρτη 14/6 στην στάση εργασίας (που έπρεπε να ήταν 24ωρη απεργία αλλά αυτό απορρίφθηκε από το σύνολο της κοινοβουλευτικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας) και στην συγκέντρωση έξω από το υπουργείο Υγείας ως πρώτη αγωνιστική απάντηση.

- Αταλάντευτα στο διεκδικητικό μας πλαίσιο που ήδη έχει υιοθετηθεί από όλες τις γενικές συνελεύσεις οι οποίες έχουν γίνει ως τώρα. Πλήρης απόρριψη κάθε αντίληψης «εφικτού» και «ανέφικτου». Κριτήριό μας οι ανάγκες των ασθενών και της μεγάλης πλειοψηφίας των έντιμων μαχόμενων γιατρών. ΔΕΝ είναι κριτήριο για τα αιτήματά μας οι μνημονιακές δεσμεύσεις της σημερινής κυβέρνησης και κάθε κυβέρνησης. Για να κερδίσουμε έστω και το παραμικρό, πρέπει να τα ζητάμε ΟΛΑ. Και να ζητάμε ριζική ανατροπή του μαύρου μετώπου κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ – μνημονιακών κυβερνήσεων.

- Γενικές συνελεύσεις παντού και συντονισμός από τα κάτω. Ο αγώνας στα χέρια των ίδιων των μαχόμενων γιατρών από δω και πέρα. Παρεμβαίνουμε στα συνδικαλιστικά όργανα της ΟΕΝΓΕ και των Ενώσεων ώστε να υιοθετούν τα πλαίσια και τις μορφές πάλης που αποφασίζουν οι γενικές συνελεύσεις. Θεωρούμε καθοριστική και πρωτεύουσα την ενεργή συμμετοχή και αυτοοργάνωση των ίδιων των νοσοκομειακών γιατρών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου