Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Σφαίρες, σκουπίδια κι ένας γάμος, στο μεγαλύτερο γκέτο Ρομά της Ευρώπης


Η ιδέα να κάνουμε μια στάση στο Στολιπίνοβο, το φημισμένο προάστιο της Φιλιππούπολης, στη Βουλγαρία, πριν συνεχίσουμε για Βουκουρέστι δεν μου άρεσε καθόλου. Ο βασικός κανόνας στο ρεπορτάζ, όσο ενδιαφέρον κι αν είναι το θέμα, είναι πρώτα να κοιτάς την ασφάλειά σου και εμείς δεν είχαμε κάνει τίποτα για αυτό. 
Περιμένοντας τους συναδέλφους μου να ρίξουν μια ματιά στα ενδότερα της γειτονιάς, κάθομαι για ένα καφέ στον κεντρικό δρόμο, σε ένα παράπηγμα από ελενίτ, όπου μια γυναίκα Ρομά πουλά νερά αναψυκτικά και τσιγάρα. Στην ουσία δεν ήταν μόνο ο καφές αλλά το να προσέχω το αμάξι που είχα παρκάρει απέναντι και ήταν γεμάτο πράγματα. Κάπου είχα διαβάσει ότι στο Στολιπίνοβο γίνονται γύρω στις 3.500 κλοπές αυτοκινήτων το χρόνο.
Δύο ηλικιωμένες γυναίκες Ρομά προσπαθούν να μου πιάσουν κουβέντα σε μια γλώσσα, κάτι μεταξύ βουλγάρικων και τούρκικων και γω προσπαθώ με λίγα φτωχά ρώσικα να μη φανώ αγενής... Το αποτέλεσμα ήταν τουλάχιστον κωμικό... Μια κοπελίτσα με βαμμένο ξανθό μαλλί και πιθανόν ανήλικη, κάθεται απέναντι μου και αρχίζει να μου κάνει κάτι νοήματα. Η κατάσταση γίνεται σουρεαλιστική με την κοπέλα, που είπε ότι τη λένε Μαρία, να κάνει τις διεθνώς γνωστές χειρονομίες που παραπέμπουν σε σεξ και άλλα ερωτικά παιχνίδια, λέγοντας ότι το σπίτι της είναι κοντά, τις ηλικιωμένες Ρομά να γελάνε και με νοήματα να με παρακινούν να πάω, δύο τύπους να κοιτάζουν περίεργα την τσάντα μου με τα φωτογραφικά μου, δύο πιτσιρικάδες να κυνηγούν ένα κοτόπουλο στα πόδια μου και μένα να κοιτάω το ρολόι μου και να σιχτιρίζω τους συναδέλφους μου που έχουν αργήσει. Η σκόνη μου είχε κόψει ήδη την ανάσα και τη βρώμα στην ατμόσφαιρα “μπορούσες να την κόψεις με το μαχαίρι”.
-Που διάολο βρίσκομαι;
Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Η Φιλιππούπολη είναι μια πανέμορφη πόλη και με μεγάλη ιστορία. Από εκεί ξεκίνησε ο αγώνας της ανεξαρτησίας τη Βουλγαρίας και τον προπερασμένο αιώνα το 20% των κατοίκων ήταν Έλληνες.
Τρία χιλιόμετρα από το λαμπερό κέντρο της πόλης βρίσκεται το Στολιπίνοβο. Το μεγαλύτερο γκέτο Ρομά της Ευρώπης. Σε μια έκταση περίπου 700 στρεμμάτων, ζουν 20.000 άνθρωποι στοιβαγμένοι σε μπλοκ κτιρίων της σοβιετικής εποχής οι υποδομές των οποίων έχουν καταρρεύσει, τα καθαρό νερό είναι πολυτέλεια και το ρεύμα έρχεται μόνο για μερικές ώρες την ημέρα. Η γειτονιά μοιάζει με έναν απέραντο σκουπιδότοπο, ξεχασμένο από την πολιτεία, όπου κυριαρχεί το έγκλημα, οι συμμορίες, οι νταήδες της γειτονιάς και η μετανάστευση μοιάζει η μόνη διέξοδος. Από το 1989 που κατέρρευσε ο κομμουνισμός στην περιοχή δεν έχει γίνει καμία επένδυση.
Κι όμως αυτή η περιοχή είναι Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτοί οι άνθρωποι, θεωρούνται Ευρωπαίοι πολίτες. Παρεμπιπτόντως, η Φιλιππούπολη είναι και η πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2017. Ο απόλυτος σουρεαλισμός...

Συνάντηση με τον Ιορδάνη

Οι συνάδελφοί μου τελικά έρχονται, και αποφασίζουμε να πάμε όλοι μαζί στην καρδιά της γειτονιάς. Στον κεντρικό δρόμο αφήνω το αμάξι σε ένα πλυντήριο αυτοκινήτων, ότι πιο ασφαλές μπορούσα να βρω εκείνη τη στιγμή και τα παιδιά που δουλεύουν εκεί μου κάναν νόημα να είμαι ήσυχος... Η Μόνικα, μια Ρομά γύρω στα 40 που έφαγε τα νιάτα της στα εργοστάσια της Γερμανίας προτίθεται να με συνοδέψει με ασφάλεια μέχρι το το γραφείο της Western Union στην καρδιά του γκέτο να αλλάξω λεφτά και μου ζητάει πέντε λέβα (το βουλγάρικο νόμισμα). 
Περπατώντας ανάμεσα από στοίβες σκουπιδιών, με σπαστά γερμανικά προσπαθεί να μου εξηγήσει ότι τα πράγματα δεν πήγαν καλά γι αυτή στη Γερμανία. Φεύγοντας μου προτείνει αν θέλω το βράδυ να μείνω σπίτι της.
Επιστρέφω στην παρέα μου και βρίσκω μαζί τους και τον Ιορδάνη που με καλωσορίζει σε άπταιστα “Κρητικά”. Ο Ιμπραήμ, αυτό είναι το πραγματικό του όνομα, εδώ και έντεκα χρόνια έρχεται στην Κρήτη και μένει το μεγαλύτερο μέρος του έτους, όπου δουλεύει σε αγροτικές εργασίες. Εκεί τα αφεντικά του και οι φίλοι του τον “βάφτισαν”Ιορδάνη.
-Βλέπεις πως είναι εδώ η κατάσταση. Εγώ εδώ είμαι σώγαμπρος και δεν βλέπω την ώρα να ξαναγυρίσω στην Ελλάδα για δουλειά. Έτσι και αρρωστήσεις εδώ χάθηκες.

Ρομά και μειονοτικό ζήτημα

Από τις 20.000 ψυχές που ζουν στο Στολιπίνοβο μια μειοψηφία είναι χριστιανοί Ρομά που μιλούν την ρομάνικη γλώσσα της περιοχής των Βαλκανίων με τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας και η μεγάλη πλειοψηφία είναι μουσουλμάνοι Ρομά, απόγονοι αυτών που εξισλαμίστηκαν την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματα για τη Βουλγαρία, γιατί αυτοί οι Ρομά μιλούν κυρίως την τουρκική γλώσσα και σταδιακά ενσωματώνονται στην τουρκική μειονότητα της χώρας που είναι περίπου το 9% του συνολικού πληθυσμού. Στην περίοδο του κουμμουνισμού, οι Ρομά αρχικά ήταν θύματα διακρίσεων και απομονωμένοι. Σταδιακά μετακινήθηκαν σε αστικά κέντρα και τους δόθηκαν δουλειές με στόχο την ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία. Με την κατάρρευση του κομουνισμού, το κλείσιμο των εργοστασίων και την κρίση που ακολούθησε ήταν οι πρώτοι που έχασαν τις δουλειές του και μετατράπηκαν ξανά σε παρίες της χώρας. 
Σήμερα οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι Ρομά αυτοαποκαλούνται Τούρκοι, κάτι που φυσικά επίσημα δεν αναγνωρίζεται.
“β. Μας αποκαλούν ανάλογα με τους πως τους συμφέρει”, μου λέει ο Ιμπραήμ. Ένα αστείο περιστατικό που είναι πλέον γνωστό, είναι το εξής: Το 2009 στις εκλογές, για να πείσουν τους Ρομά στη γειτονιά να ψηφίσουν βουλγάρικα κόμματα επιχείρησαν να αγοράσουν τις ψήφους τους. Τους πρόσφεραν λοιπόν είτε 15 ευρώ για κάθε ψήφο ή ένα ψητό κοτόπουλο.... 

Δικαιολογημένη επιθετικότητα

Ο κόσμος στο γκέτο δεν έχει συνηθίσει να βλέπει ξένους. Δεν έχει συνηθίσει να βλέπει ούτε καν κόσμο από άλλη πλευρά της πόλης και γι αυτό στην πρώτη επαφή είναι θα λέγαμε επιθετικός. Είναι απόλυτα φυσιολογικό, για ανθρώπους που ζουν απομονωμένοι, ξεχασμένοι από το κράτος, μέσα στα σκουπίδια και χωρίς μέλλον. “Τι ήρθατε να κάνετε εδώ με τις ακριβές φωτογραφικές σας μηχανές και το πορτοφόλι σας γεμάτο πιστωτικές κάρτες; Πηγαίνετε αλλού να κάνετε τουρισμό μιζέριας...” θα ακούσεις.
Με τον Ιμπραήμ κάνουμε βόλτα στο γκέτο, σε ένα αυτοσχέδιο παζάρι. Τα περισσότερα προϊόντα είναι κινέζικα ή από την Τουρκία και που και που κάποιος μπορεί να σου μιλήσει στα γερμανικά, κάτι που μαρτυρά ότι πέρασε κι αυτός από κάποιο γερμανικό εργοστάσιο κάποια στιγμή. Ανάμεσα στα κτίρια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού της δεκαετίας του ΄50 έχουν χτιστεί χαμηλά σπιτάκια με τσιμεντόλιθους και έχει φτιαχτεί με τον καιρό μια μικρή αγορά για τις τοπικές ανάγκες. Ένα από αυτά τα σπιτάκια είναι αυτοσχέδιο τζαμί.
Ο Ιμπραήμ μας συστήνει στον ιμάμη ο οποίος μας προσκαλεί μέσα γιατί είναι η ώρα της προσευχής. Δύο τρεις προσεύχονται και μερικά παιδιά αδιαφορώντας για την προσευχή διασκεδάζουν βλέποντάς μας να τραβάμε φωτογραφίες.
Σε ένα γείτονα δεν άρεσε και πολύ η παρουσία μας και η παρεξήγηση δεν άργησε. Ο Ιμπραήμ και ο ιμάμης προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν αλλά αυτός ζητούσε επιτακτικά να σβήσουμε ότι φωτογραφία είχαμε τραβήξει στη γειτονιά του. Όπερ και εγένετο. Είπαμε όμως και παραπάνω: Αυτή είναι μια συμπεριφορά που μπορεί να την αντιμετωπίσει ο ξένος στο γκέτο, από ανθρώπους που δεν περιμένουν τίποτα από τη ζωή και δεν έχουν τίποτα να χάσουν. 
Διάφοροι ταξιδιωτικοί οδηγοί, κατατάσσουν το Στολιπίνοβο, όσων αφορά τη επικινδυνότητα του, στην πρώτη πεντάδα με την Μπογκοτά στην Κολομβία, την Χουάρες στο Μεξικό. Η διαφορά είναι ότι εδώ δεν έχεις να κάνει με οργανωμένο έγκλημα, μαφία και βαρόνους ναρκωτικών. Το χάλι στο οποίο βρίσκονται οι άνθρωποι εδώ είναι καθαρά πολιτική επιλογή όπως το να τους κόβεις το ρεύμα, να τους αφήνεις με τα σκουπίδια τους ή να γκρεμίζεις τα μαγαζάκια τους επειδή δεν πλήρωσαν τα δημοτικά τέλη ή το φόρο τους. Η μεγάλη αλάνα που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα δύο μέρες πριν την άφιξή μας ήταν γεμάτη μαγαζάκια φτιαγμένα με τσίγκους τα οποία ισοπεδώθηκαν από τις αρχές ως παράνομα. Γι αυτό και την ημέρα που φτάσαμε το μέρος θύμιζε χωματερή. Δηλαδή μέσα σε αυτό το χάλι, αυτό που τους πείραξε ήταν τα αυθαίρετα μαγαζιά... 

Ρομά και ανθρώπινα δικαιώματα

Το στεγαστικό είναι το μεγάλο πρόβλημα καθώς η γειτονιά δεν αντέχει άλλους κατοίκους. Η κυβέρνηση της Βουλγαρίας βρίσκεται συχνά στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με καταγγελίες για κατεδάφιση των παράνομων οικισμών των Ρομά χωρίς να έxει φροντίσει από πριν για την μετεγκατάστασή τους όπως προβλέπεται. Και η βουλγαρική κυβέρνηση παίρνει χρήματα από τα ευρωπαϊκά ταμεία για το σκοπό αυτό. Τα τελευταία χρόνια διάφορες ΜΚΟ για τα δικαιώματα των Ρομά παρακολουθούν την κατάσταση στους καταυλισμούς και τουλάχιστον υπάρχει μια κινητοποίηση και ένας φόβος από την πλευρά της κυβέρνησης που γίνεται συνεχώς διεθνώς ρεζίλι. Το κομμάτι της εκπαίδευσης είναι ακόμη πολύ πίσω. 
Διάφορα προγράμματα για την εκπαίδευση των παιδιών των Ρομά τρέχουν ήδη εδώ και μερικά χρόνια, κάποια με ιδιωτική χρηματοδότηση αλλά δεν είναι αρκετά. Οι άνθρωποι εκεί επίσης είναι ανασφάλιστοι. “Αν πάθουμε κάτι δεν έχουμε δυνατότητα να πάμε στο γιατρό. Εδώ από τη βρώμα έχουμε αλλεπάλληλα κρούσματα ηπατίτιδας” θα μου πει ο Ορχάν, που έχει στήσει μπροστά από το σπίτι ένα μαγαζάκι με ψιλικά. Η απομόνωση του από το τι συμβαίνει έξω από το γκέτο στον υπόλοιπο κόσμο είναι τέτοια που μόλις του είπα ότι είμαι από την Ελλάδα, το πρώτο που με ρώτησε ήταν “αν η χώρα μας βρίσκεται σε πόλεμο”...
Ο Ορχάν παίρνει από το χέρι και με πάει πίσω από ένα από αυτά τα σοβιετικής εποχής κτίρια, από όπου φαίνεται το υπόγειό του. Το αποχετευτικό του σύστημα είναι διαλυμένο και το υπόγειο γεμάτο λύματα από τα διαμερίσματα.... Και εκεί ζουν άνθρωποι.

Πιστόλια και σφαίρες

Συμπτωματικά, την ημέρα πα που ήμασταν εκεί γινόταν ένας γάμος. Ο Ιμπραήμ μας γνώρισε στους γονείς του γαμπρού που καθόταν με την παρέα του κάτω από μια μεγάλη τέντα και έπιναν.
Η αλάνα που θα γινόταν το γλέντι ήταν στολισμένη πλαστικές καρέκλες παντού, σκουπίδια (φυσικά) και τα ηχεία από ένα αμάξι να παίζουν από Νότη Σφακιανάκη μέχρι τούρκικη ποπ στο τέρμα. Ο πατέρας του γαμπρού, έφαγε τα νιάτα του στη Γερμανία όπως χιλιάδες άλλοι συμπατριώτες του. Σχεδόν κάθε οικογένεια στην περιοχή έχει τουλάχιστον ένα μέλος της στη Γερμανία ή σε άλλη χώρα της Κεντρικής Ευρώπης γι αυτό και θα συναντήσεις πολλούς να μιλούν γερμανικά.
Ο Χασάν, που κάθεται στο τραπέζι μαζί μας μου εξηγεί ότι όσοι μπορούν πάνε για μερικούς μήνες Γερμανία, ή σε κάποια άλλη χώρα της Ευρώπης, για δουλειά και στέλνουν λεφτά στις οικογένειες τους. “Στην άδειά τους επιστρέφουν αλλά όπως βλέπετε δεν παίρνουν την οικογένειά τους από αυτή την περιοχή”. Ο Χασάν γεννήθηκε στη Γερμανία, έχει και γερμανικό διαβατήριο αλλά οι γονείς του επέστεψαν στην Βουλγαρία και ζουν στο Στολιπίνοβο.
Καθώς η παρέα μεγαλώνει και το αλκοόλ ρέει άφθονο, βγαίνουν και τα όπλα. Πιστόλια αλλάζουν χέρια και η πρώτη σκέψη είναι: “αν μεθύσουν πόσο ασφαλές είναι να παραμείνουμε εκεί”. Ο πατέρας του γαμπρού μας καλεί σπίτι του όπου το ζευγάρι ντύνεται για την βοήθεια φίλων και συγγενών ενώ άλλοι φίλοι έρχονται σταδιακά να χαιρετήσουν το ζευγάρι. Εκεί βγαίνουν από σακούλες κι άλλα όπλα, και ένα αυτόματο πολυβόλο....
Η Μαρία και ο Ντενίς, κατεβαίνουν στην αλάνα όπου θα ξεκινήσει ο χορός ενώ ο κόσμος σιγά σιγά μαζεύεται και αρχίζουν οι πυροβολισμοί. Δίνουν τα όπλα ακόμη και σε ανήλικα παιδιά να πυροβολήσουν στον αέρα. Μία σφαίρα φεύγει προς το έδαφος, άλλη μια χτυπά στον τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας, τα όπλα κολλάνε συνέχεια και αυτοί που τα έχουν, τα χτυπούν στα χέρια τους για να ξεκολλήσουν οι κάλυκες, στο κέντρο της αλάνας ο κόσμος χορεύει καταϊδρωμένος υπό τις νότες του “Ποιος μπορεί να μου πει αν η αγάπη είναι ένοχη” εκτελεσμένο (στην κυριολεξία) από Βούλγαρο τραγουδιστή, μικροπωλητές με παγωτά και μαλλί της γριάς περνούν μέσ από την πίστα, και οι καλεσμένοι αρχίζουν να μεθούν επικίνδυνα.
Κάποια στιγμή σηκώνονται όλοι και ξεκινούν με τη νύφη μπροστά, να κάνουν πορεία, συνοδεία μουσικής, μέσα στο γκέτο. Κάποιοι άντρες βγαίνουν στην κεφαλή της πορείας με τα όπλα και αρχίζουν να τραγουδούν και να πυροβολούν. “Δεν είναι μόνο το τελετουργικό της υπόθεσης αλλά και το να δείξουν ότι αυτή η οικογένεια “κάνει κουμάντο” σε αυτή την πλευρά της γειτονιάς. Καθώς πέφτει η νύχτα και υπό τον ήχο της μουσικής, η γειτονιά γίνεται όλο και πιο οικεία. Σχεδόν ωραία, με το σκοτάδι να καλύπτει την ασχήμια.
Η τελευταία μου αγωνία φεύγοντας ήταν να βρω το αυτοκίνητο στη θέση του, με όλα τα πράγματα επίσης στη θέση τους. Κι όντως ήταν. Πάνω στην φούρια μας είχαμε αφήσει και το παράθυρο του συνοδηγού ανοιχτό...
Κείμενο, βίντεο, φωτογραφίες: Κώστας Πλιάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου