Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Σαν σήμερα η δολοφονία των τριών εργαζόμενων της Marfin Bank


Ληστές, καπιτα-ληστές, τα κέρδη σας κοστίζουν ανθρώπινες ζωές
Ο θάνατος των τριών εργαζόμενων της Marfin Bank στην οδό Σταδίου κατά τη διάρκεια της πανεργατικής διαδήλωσης των συνδικάτων στις 5 Μάη συγκλόνισε χωρίς αμφιβολία. Ποιος φταίει, όμως, για το θάνατό τους;

Η Πανεργατική της 5 Μάη του 2010, ήταν η μεγαλύτερη απεργία και διαδήλωση όλων των εποχών.
Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες, φοιτητές, μαθητές, άνθρωποι όλων των ηλικιών, βγήκαν στους δρόμους της Αθήνας για να φωνάξουν ενάντια στα μέτρα της κυβέρνησης, του ΔΝΤ και της ΕΕ. Δεν ήταν μόνο η πιο μαζική, ήταν και η πιο οργισμένη διαδήλωση που είχε γίνει ποτέ.
Αυτή την ιστορική διαδήλωση, η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ έδωσε εντολή στην αστυνομία να τη διαλύσει με κάθε δυνατό τρόπο. Με τόνους δακρυγόνων, γκλομπ, χειροβομβίδες κρότου λάμψης, επιθέσεις των ΜΑΤ και των μοτοσικλετιστών των δυνάμεων Δ μέσα στα μπλοκ. Αυτός ήταν ο λόγος για τα επεισόδια, τις φωτιές, τις σπασμένες βιτρίνες. Από τη Σταδίου μέχρι τη πλατεία Συντάγματος και τους γύρω δρόμους, η αστυνομία εξαπέλυσε μια εκτεταμένη επιχείρηση καταστολής των διαδηλωτών, που μεγάλα κομμάτια τους οργισμένα έφτασαν να πολιορκούν τις εισόδους της Βουλής.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που η δράση της αστυνομίας οδηγούσε σε τέτοιες εικόνες επεισοδίων. Στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να διαλύσει τους εξεγερμένους νεολαίους και τους μαθητές που οργισμένοι για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου πολιορκούσαν τα αστυνομικά τμήματα, τη ΓΑΔΑ και τη Βουλή. Είχε έρθει η σειρά των απεργών εργατών να μπουν στο στόχαστρό της. Το όργιο της αστυνομικής βίας με τους μπάτσους να περικυκλώνουν τα μπλοκ, να προκαλούν και να χτυπούν όποιον βρίσκουν μπροστά τους απλώθηκε από τη Σταδίου και το Σύνταγμα μέχρι την Πανεπιστημίου, τη Μητροπόλεως, την Ερμού, τα Εξάρχεια.
Έτσι φτάσαμε στα γεγονότα της Marfin. Η πολιτική απόφαση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ να καταστείλει την μεγαλύτερη πανεργατική απεργία που έγινε ποτέ, για να περάσει πραξικοπηματικά τα νέα μέτρα, στοίχισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους. Μέσα σε αυτό το χάος που προκάλεσαν η κυβέρνηση και η αστυνομία στην προσπάθειά τους να τσακίσουν την εργατική έκρηξη, προστίθενται οι εγκληματικές ευθύνες της εργοδοσίας που αποφάσισε να κλειδώσει τους εργαζόμενους μέσα στο κτίριο-παγίδα.
«Ή δουλεύεις ή απολύεσαι»
«Με δόλο έχασαν τη ζωή τους οι συνάδερφοί μου σήμερα. Δόλο της τράπεζας και του κ.Βγενόπουλου προσωπικά, που έδωσε εντολή, όποιος δε δουλέψει να μην έρθει αύριο στο γραφείο», κατάγγειλε σε γράμμα της εργαζόμενη της Marfin παρουσιάζοντας αναλυτικά την κατάσταση του συγκεκριμένου κτιρίου που δεν διέθετε πυρασφάλεια ή εξόδους κινδύνου αλλά και την πολιτική της διοίκησης να μην κάνει καμιά -λόγω κόστους!-κίνηση προφύλαξης με εκπαίδευση του προσωπικού στην αντιμετώπιση πυρκαγιών και ασκήσεις εκκένωσης.
Το μόνο που, όπως συνέχιζε το γράμμα, ξέρει πολύ καλά να κάνει η εργοδοσία είναι σεμινάρια διαφυγής «των μεγάλων κεφαλιών της τράπεζας από τα γραφεία τους» και βεβαίως ασκήσεις τρομοκρατίας προς τους εργαζόμενους: «Τα στελέχη της τράπεζας απαγόρεψαν κάθετα και κατηγορηματικά στους εργαζόμενους να φύγουν, παρόλο που οι ίδιοι το ζητούσαν επίμονα από νωρίς το πρωί, ενώ επέβαλλαν στους εργαζόμενους να κλειδώσουν τις πόρτες και επιβεβαίωναν συνέχεια τηλεφωνικά το κλείδωμα του κτιρίου… Εδώ και μέρες επικρατεί πλήρης τρομοκρατία στην τράπεζα σχετικά με τις κινητοποιήσεις, με την προφορική προσφορά "ή δουλεύεις ή απολύεσαι".
Η κυβέρνηση προσπάθησε να νομιμοποιήσει τα νέα μέτρα εκμεταλλευόμενη τους θανάτους. Στην υπηρεσία της μπήκαν για άλλη μια φορά όλα τα μεγάλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Από την ίδια κιόλας μέρα της πανεργατικής απεργίας στα δελτία των 8 τα κανάλια και στα σάιτ τους οι μεγάλες εφημερίδες, αλλά και όλες τις επόμενες μέρες με ρεπορτάζ και άρθρα, «αναπαριστούσαν» το γεγονός, «αποκαλύπταν» τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, επιχειρούσαν με τερατώδη ψέματα να συκοφαντήσουν τους διαδηλωτές, ότι εμπόδιζαν την πυροσβεστική να φτάσει στην τράπεζα. Δε δίστασαν να υπονοήσουν ακόμα και το ότι οι διαδηλωτές έβριζαν τους εργαζόμενους της τράπεζας -την ώρα που οι τελευταίοι φώναζαν σε βοήθεια- γιατί δούλευαν σε ημέρα απεργίας.

Μαρτυρίες
Όλες οι μαρτυρίες από τους πραγματικούς αυτόπτες των όσων διαδραματίστηκαν, τα μπλοκ των εργαζόμενων τους διέψευσαν. Οι εργαζόμενοι στο ΥΠΠΟ εξέδωσαν μια λεπτομερή ανακοίνωση για το περιστατικό και πώς εξελίχτηκε: «Συγκεκριμένα, στις 2:10 μ.μ., ενώ από το κτίριο της τράπεζας Marfin έβγαιναν πυκνοί καπνοί για περίπου 15 λεπτά, και ενώ το μπλοκ μας διαδήλωνε στην οδό Σταδίου, είδαμε δύο πυροσβεστικά οχήματα να φτάνουν στην οδό Πεσματζόγλου και να σταματούν στην γωνία.
Αμέσως, οι διαδηλωτές από όλα τα μπλοκ που βρίσκονταν από την Πεσματζόγλου ως τη Σταδίου 23 άνοιξαν τον δρόμο για να μπορέσουν τα πυροσβεστικά οχήματα να περάσουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Όχι μόνο τα πυροσβεστικά οχήματα δεν "απειλήθηκαν" ή "παρεμποδίστηκαν" από τους διαδηλωτές, όπως ψευδώς αναφέρθηκε στα ΜΜΕ, αλλά επιπλέον πολλοί από τους διαδηλωτές προσπαθούσαν να βοηθήσουν με όποιο τρόπο μπορούσαν.
Με έκπληξή μας είδαμε, αντί για τα πυροσβεστικά οχήματα, να εμφανίζονται ξαφνικά μηχανοκίνητες αστυνομικές δυνάμεις της ομάδας Δ, οι οποίες επιχείρησαν να περάσουν μέσα στην πορεία από τον χώρο τον οποίο είχαμε ανοίξει για την Πυροσβεστική. Προσπάθησαν δηλαδή να εκμεταλλευτούν την τραγική κατάσταση για να επιτεθούν στην πορεία! Η επιχείρηση της ομάδας Δ ανακόπηκε από εμάς και άλλους διαδηλωτές, που μπήκαμε μπροστά, διαμαρτυρηθήκαμε και διώξαμε την ομάδα Δ προκειμένου να περάσει η Πυροσβεστική. Αυτή είναι η μοναδική αλήθεια, όπως επίσης και ότι όταν περάσαμε μπροστά από το κτίριο της Τράπεζας MARFIN διαπιστώσαμε ότι δύο διμοιρίες ήταν παραταγμένες έξω από το κτίριο και οι διαδηλωτές άρχισαν να τους φωνάζουν γιατί κάθονταν άπρακτοι και δεν έκαναν απολύτως τίποτε για να βοηθήσουν τους εργαζόμενους της Marfin που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τα μπαλκόνια!».

Λίγο πιο μπροστά από τους εργαζόμενους του ΥΠΠΟ, βρισκόταν το μπλοκ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΣΕΚ. Οι μαρτυρίες συμπίπταν απόλυτα με την παραπάνω περιγραφή. Αυτός που εμπόδιζε την πυροσβεστική δεν ήταν ο κόσμος, αλλά η αστυνομία. Γιατί για την αστυνομία και τον πολιτικό της προϊστάμενο, η πυροσβεστική δεν είναι ομάδα διάσωσης αλλά καταστολής. Το επιχείρημα ότι τα πυροσβεστικά θα δεχόταν επίθεση από τους «ανεξέλεγκτους» διαδηλωτές ήταν γελοία δικαιολογία. Όσο για το ποιος προσπάθησε να βοηθήσει τους εργαζόμενους της Marfin, η ασυμφωνία όσων λέγονταν στα ΜΜΕ με τα όσα πραγματικά έγιναν, καταγράφτηκε ακόμα και στις τηλεοπτικές κάμερες. Σε βίντεο του MEGA μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει τον μετανάστη να προσπαθεί να σβήσει τη φωτιά με έναν πυροσβεστήρα την ίδια ώρα που αστυνομικοί των ΜΑΤ κοιτούσαν κυριολεκτικά άπρακτοι.


Οι συνήθεις ύποπτοι


Οι αρχές υπέδειξαν ως υπαίτιους για τον φρικτό θάνατο της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, της Παρασκευής Ζούλια και του Επαμεινώνδα Τσάκαλη, τους Θοδωρή Σίψα και Παύλο Αντρέεβ, που έξι χρόνια μετά αθωώθηκαν ομόφωνα από τα δικαστήρια.  Συγκεκριμένα, ο Θεόδωρος Σίψας 34 ετών, κατηγορούνταν για την επίθεση με μολότοφ κατά του υποκαταστήματος της τράπεζας Marfin στην οδό Σταδίου, και ο 34χρονος Παύλος Αντρέεβ, φερόταν να είναι υπαίτιος για την επίθεση στο βιβλιοπωλείο "Ιανός". 
Στις απολογίες τους, ενώπιον του δικαστηρίου, αρνήθηκαν  κάθε σχέση τους με τα δύο περιστατικά. Ο 34χρονος Θοδωρής Σίψας, διανομέας τροφίμων, που απολογήθηκε δείχνοντας μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, δήλωσε στους δικαστές πως όταν έμαθε για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει: "ήταν το μεγαλύτερο σοκ της ζωής μου. Σκεφτόμουν πως εγώ πήγα να βοηθήσω και τώρα με κατηγορούν για κάτι που δεν έχω πράξει και μάλιστα για ένα τόσο βαρύ έγκλημα". Κοιτώντας δικαστές και ενόρκους και προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του, ο 34χρονος τους είπε: "Δηλώνω αθώος. Έχω καταδικάσει την επίθεση στην Τράπεζα Marfin από το 2011. Ως άνθρωπος που αγωνίζεται για την αντι-εξουσία και την ελευθερία δεν θα μου επέτρεπα να κάνω αυτό που κατηγορούμαι."
Ο δεύτερος κατηγορούμενος στην απολογία του επανέλαβε πως δεν ήταν καν στο συλλαλητήριο εκείνη την ημέρα. "Δεν ήμουν καν στην πορεία. Δούλευα στον Διόνυσο εκείνη την ημέρα" είπε με τη σειρά του ο Παύλος Αντρέεβ.

Το πόρισμα που συνέταξε ο τεχνικός επιθεωρητής του Υπουργείου Εργασίας καταλόγιζε στην τράπεζα παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού. Αναφέρεται πως η έξοδος κινδύνου ήταν κλειδωμένη και πως για να ανοίξει ήταν απαραίτητη η χρήση τηλεχειριστήριου, το οποίο βρισκόταν σε άλλο χώρο. Μία εργαζόμενη κατέθεσε πως είχε γίνει μία φορά επίδειξη χρήσης των πυροσβεστήρων, και μία άλλη πως είχαν διανεμηθεί στο προσωπικό ενημερωτικά φυλλάδια για θέματα πυροπροστασίας. Όλοι οι εργαζόμενοι κατέθεσαν πως δεν είχε γίνει ποτέ άσκηση εκκένωσης του κτιρίου. Επίσης το υποκατάστημα δεν διέθετε το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό πυρασφάλειας.

Δριμύ Κατηγορώ ειπώθηκε αργότερα στην δίκη τεσσέρων στελεχών της τράπεζας από υπαλλήλους της, και συγγενείς των νεκρών.
«Πέθαναν σαν τα ποντίκια». «Σαν να βρισκόσουν στο εσωτερικό μιας καμινάδας». «Τους εξανάγκασαν να βρουν ένα φρικτό θάνατο». «Τρία χρόνια περιμέναμε να ακούσουμε μια συγγνώμη».
Όπως αποκάλυψαν δύο συνάδελφοι των νεκρών, λίγες μέρες μετά την επίθεση, σε συνάντηση των υπαλλήλων με το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας, όπου είχε παραβρεθεί και ο Βγενόπουλος, οι εργαζόμενοι ρωτήθηκαν γιατί ΔΕΝ παράκουσαν τις εντολές που είχαν να παραμείνουν στο κτίριο, γιατί ΔΕΝ έφυγαν πριν κλειδωθεί η μοναδική είσοδος-έξοδος του καταστήματος! Όμως ποιος θα τολμούσε εν μέσω κρίσης να κάνει του κεφαλιού του;» αναρωτήθηκε ένας μάρτυρας.
Την ώρα της πυρκαγιάς οι υπάλληλοι ήταν σαστισμένοι, έκαναν σπασμωδικές κινήσεις, καθώς δεν είχαν εκπαιδευθεί, δεν ήξεραν τι να κάνουν σε μια τέτοια περίπτωση κι έτσι χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Σύστημα πυρασφάλειας και πυρόσβεσης δεν υπήρχε. Όπως είχε καταγγείλει στην έναρξη της δίκης, στις 17 Απριλίου, ο πατέρας της αδικοχαμένης Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, που ήταν έγκυος, «το προσωπικό και η κόρη μου θα είχαν σωθεί, αν υπήρχε έστω μια έξοδος κινδύνου για να φτάσουν στην ταράτσα».

Ένοχη για τους τρεις νεκρούς ήταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που, μπροστά στη διάσωση των τραπεζιτών και των βιομηχάνων, επέλεξε να χτυπήσει τους απεργούς. Ένοχος ήταν ο Χρυσοχοϊδης για την τρομακτική επιχείρηση καταστολής που εξαπέλυσε. Ένοχοι ήταν οι επικεφαλής της αστυνομίας και της πυροσβεστικής που χρονοτρίβησαν αδικαιολόγητα αδιαφορώντας, παρά τις διαμαρτυρίες των διαδηλωτών, για τη ζωή των εργαζόμενων. Ένοχος ήταν ο Βγενόπουλος και η εργοδοσία με την εγκληματική τους επιμονή να κρατήσουν τους εργαζόμενους στο κτίριο-νεκροθάφτη, κλειδώνοντας ακόμα και τις πόρτες. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου