Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

1929: Η αστυνομία ανοίγει πυρ κατά των απεργών μεταλλωρύχων του Λαυρίου


Η Ιστορία της περιοχής του Λαυρίου φτάνει πίσω στο χρόνο μέχρι την αρχαιότητα, τα μεταλλεία της εποχής και την εξέγερση των δούλων σε αυτά. Στις σελίδες της, έχουν καταγραφεί τα πρώτα βήματα της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων. Στα ορυχεία και τα εργοστάσιά της περιοχής δόθηκαν απεργιακές μάχες, η σημασία των οποίων ξεπέρασε σε ορισμένες περιπτώσεις τα όρια της Λαυρεωτικής και έγιναν παρακαταθήκη συνολικά για την εργατική τάξη της χώρας.

Σήμερα, ξεχωρίζουμε κάποιες από τις στιγμές της μάχης στο Λαύριο, όπως αποδόθηκαν στα φύλλα του «Ριζοσπάστη» (διατηρείται η ορθογραφία της εποχής).
Το ξέσπασμα της απεργίας
Ο απεσταλμένος του «Ριζοσπάστη» στο Λαύριο, περιγράφοντας τις άθλιες συνθήκες εργασίας, αναφέρει: «Το Λαύριο απασχολεί σήμερα πάνω από 2.500 εργάτες που δουλεύουν στα Μεταλλεία (…) Δουλεύοντας ένα ολόκληρο 8ωρο τη μέρα, είναι υποχρεωμένοι λόγω του γλίσχρου μεροκάματου που παίρνουν, να δουλεύουν υπερωρίες, που ανεβάζουν έτσι τις ώρες δουλειάς σε 12 και να φτάσουν το μάξιμουμ μεροκάματό τους στις 60 δραχμές.
Ενας από τους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους κινδύνους είναι η μολυβδίασις που παθαίνουν όλοι σχεδόν και σε σημείο που ύστερα από μερικά χρόνια να αχρηστεύονται εντελώς. Ο γιατρός της Εταιρίας Αλεξάνδρου τους είπε ξεκάθαρα: Αν κόψω ένα κομμάτι κρέας από πάνω σας και το πετάξω σε σκυλί ασφαλώς θα ψοφίσει».
Σε άλλο ρεπορτάζ με τον πλάγιο τίτλο «Η βδέλλα των εργολάβων – Πώς απομυζούν τους εργάτες – Τα άτιμα μέσα που μετέρχονται» αναφέρεται: «Παίρνουν τη δουλειά εργολαβικά κι έχοντες βέβαια κάθε συμφέρον να την τελειώσουν μια ώρα αρχίτερα τους υποχρεώνουν να δουλεύουν περισσότερο από την κανονισμένη ώρα και τους πιέζουν να εκτελούν τη δουλειά στα μπόσικα (ετοιμόρροπα) μέρη και τα πιο επικίνδυνα, πότε με χυδαιότατες βρισιές και απειλές διωξίματος και πότε με τη μπλόφα θα κλείσει η εταιρεία και δεν βγαίνει».

Μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες, η εταιρεία είχε υποσχεθεί ότι το Γενάρη του 1929 θα έδινε αυξήσεις 5% σε όλους τους τεχνίτες, κάτι που δεν έκανε. Κάτω από την απαίτηση των τεχνιτών, η αντιδραστική διοίκηση του σωματείου τους αναγκάζεται να συγκαλέσει Γενική Συνέλευση στις 31 Γενάρη, όπου υιοθετήθηκε το προωθημένο πλαίσιο των αιτημάτων τους.
Δημιουργήθηκε μάλιστα και μια επιτροπή, που την επόμενη μέρα έθεσε τα αιτήματα στη διεύθυνση της εταιρείας. «Ο υποδιευθυντής όμως της εταιρίας Κοντιέ, όχι μονάχα δε δέχεται συζήτηση για αύξηση μεροκάματου, αλλά και βρίζει την επιτροπή (…)», γράφει ο «Ριζοσπάστης».
Οι εργάτες και οι τεχνίτες, ξεπερνώντας τις αντιδραστικές διοικήσεις των σωματείων τους, συγκροτούν Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή, η οποία, μεταξύ άλλων, στέλνει τηλεγράφημα στις εργασίες του Συνεδρίου της Ενωτικής ΓΣΕΕ (ξεκίνησε στις 28 Φλεβάρη) και ζητάει να αναλάβει την καθοδήγηση της απεργίας. Στις 2 Φλεβάρη ο αριθμός των απεργών ανέρχεται στους 2.100.
Η αστυνομία σκοτώνει απεργό
Την Τετάρτη 6 Φλεβάρη, μετά από Γενική Συνέλευση, «οι εργάτες ξεχύθηκαν προς τα μεταλλεία για να πείσουν και τους άλλους εργάτες να απεργήσουν. Μπρος στους φούρνους όμως που βρισκόταν σμήνη χαφιέδων και χωροφυλάκων τους υπεδέχθησαν με ομοβροντία πυροβολισμών, ο δε ενωμοτάρχης Τούμπας ξάπλωσε νεκρό με δύο σφαίρες τον εργάτη Συρίγο».
«Γίνεται τότε πανδαιμόνιο. Οι απεργοί εξαγριωμένοι ορμούν ενάντια στους χωροφύλακες που απ΄ το φόβο τους παραδίδουν τα όπλα κι αφήνουν ελεύθερη τη διάβα τους. Κι αμέσως οι φούρνοι σταματούν κι οι Μεταλλωρύχοι που τους κινούσαν βγαίνουν από μέσα για να ενωθούν με τους απεργούς (…) Την επομένη, η πόλη είναι νεκρή (…) Μόνο τ΄ απόγευμα ακούστηκε να βαράν πένθιμα οι καμπάνες και να καλούν τον κόσμο στη κηδεία (…) Στη πλατεία όμως μπροστά, πίσω από το φέρετρο του σ. Συρίγου μια θάλασσα πάνω από 7 χιλ. πλήθος ακολουθεί και καταριέται τους δολοφόνους…».
Ο υπουργός Ζαβιτσάνος (πρωθυπουργός τότε ήταν ο Ελ. Βενιζέλος) δηλώνει στη Βουλή: «Εάν ο χωροφύλακας πυροβόλησε καλώς έπραξε. Δεν μπορείτε να πείτε, πρόσθεσε σε κάποιο βουλευτή, ότι είχε καθήκον ο χωροφύλακας να σταυρώσει τα χέρια του και αφήσει ελεύθερους τους απεργούς να επιτίθενται κατά των γραφείων της εταιρείας και να αναστατώνουν τον κόσμο»!
Γυναίκες ηρωίδες
Στα μέσα του Φλεβάρη, το ατμόπλοιο «Μαρία» του εφοπλιστή Βλάση προσεγγίζει το λιμάνι του Λαυρίου για να ξεφορτώσει κάρβουνο. Οπως φαίνεται από τα δημοσιεύματα, δεν τα καταφέρνει και πάει να ξεφορτώσει στον Πειραιά. Υστερα από αίτημα των απεργών, η Ενωση Εργατών Λιμένος Πειραιώς δίνει εντολή στα μέλη της να μην επιτρέψουν το ξεφόρτωμα ούτε στον Πειραιά.

Ο εφοπλιστής προσπαθεί ξανά να ξεφορτώσει στο Λαύριο στις 14 Μάρτη, στρατολογώντας 35 απεργοσπάστες από τον Πειραιά. Οι απεργοί αντιδρούν ακαριαία με μπροστάρηδες τις γυναίκες. Στο φύλλο του «Ριζοσπάστη» στις 17 Μάρτη, ο απεσταλμένος του, κατόπιν εντολής – όπως λέει – των ηρωίδων προλετάριων του Λαυρίου, περιγράφει αυτή τη σκηνή.
Στην προκυμαία από τις 7 το πρωί γίνεται μεγάλη συγκέντρωση, όπου συμμετέχουν 3.000 άνθρωποι. «Οι χωροφύλακες προσπαθούν να τους μποδίσουν το διάβα (…) Οι απεργοσπάστες ένας – ένας φοβισμένοι παρατούν το ξεφόρτωμα και κατεβαίνουν στα αμπάρια (…) Το πλήθος ορμά μέσα στην σιδερένια πόρτα. Οι χωροφύλακες τα χάνουν, υποχωρούν λιγάκι και στρίβουν τους υποκόπανους ενάντια στη κοσμοπλημμύρα (…) Αυτό γίνεται αφορμή για να ριχτεί η πρωτοπορία του πλήθους, οι γυναίκες με περισσότερη μανία.
(…) Οι χωροφύλακες βαρούν μανιασμένα μα κι οι γυναίκες που δέχονται πρώτες την επίθεση, δεν στέκονται με σταυρωμένα τα χέρια. Οι πέτρες, τα ξυλοκάρβουνα, τα ξύλα που βρίσκονται στο λιμάνι γίνονται όπλα της μάζας ενάντια στους φρενιασμένους χωροφύλακες (…) Ξαφνικά ακούγεται ποδοβολητό. Κανείς δεν γύρισε πίσω το κεφάλι να δει τι τρέχει. Μόνο όταν από το στόμα του ανθυπομοίραρχου Λέκκα ακούστηκε: – Θα σας σκοτώσω ρουφιάνοι! Το πλήθος έστρεψε να δει για να δεχτεί κατάμουτρα τα κοντάκια των καινούργιων τώρα χωροφυλάκων…
Μα πάλι κανείς δεν δείλιασε (…) Μια γριούλα σπάζει το ραβδί της πάνω στα μούτρα του Λέκκα κι΄ η σύγκρουση όλο και γίνεται πιο άγρια. Πιάνονται σχεδόν στα χέρια. Οι γυναίκες βουτάν τα όπλα από τους χωροφύλακες. Τέσσερα απ΄ αυτά πετιούνται στην θάλασσα. Αλλά καινούργιο, ξεκούραστο κύμα χωροφυλάκων καταφτάνει. Οι χτυπημένες και κουρασμένες γυναίκες από την κούραση δεν βαστούν πια…
Η σύγκρουση όμως εξακολουθεί. Ξάφνου δύο δυνατοί κρότοι ακούγονται από το πλινθοποιείο. Ητανε δύο τορπίλες που πέσανε εκεί κοντά από τα όργανα της εταιρείας για να σκορπίσουν πανικό. Κι αρχίζει η υποχώρηση μέσα στις υποκοπανιές των χωροφυλάκων που χτυπούν τις γυναίκες όπου βρουν και τις σέρνουν από τα μακριά μαλλιά τους. Η σιδερένια πόρτα που “χαν κερδίσει με την πρώτη εξόρμησή τους κλείνει τώρα με κρότο πίσω τους. Κι οι καμπάνες μάταια εξακολουθούσαν να βαράνε. Κανείς δεν έφτανε πια για ενίσχυσή τους.
Κι όταν ματωμένες φτάνουν στη Νεάπολη γίνεται ο απολογισμός: όλες σχεδόν χτυπημένες. Από τις 15 όμως το αίμα τρέχει. Οι άντρες είχαν εφτά τραυματισμένους κι οι χωροφύλακες πέντε με τον ανθυπομοίραρχο μαζί.
Ετσι τη περασμένη Πέμπτη 14 του Μάρτη οι προλετάριες του Λαυρίου πέρασαν το πρωινό τους. Ηταν ο καλύτερος γιορτασμός για τη Διεθνή ημέρα της γυναίκας. Το αίμα τους ήταν η σπονδή που χύσανε για το πλησίασμά τους μέσα στις γραμμές του προλεταριακού μας αγώνα, ήταν η υπόσχεση που δίνανε για τους μελλοντικούς σκληρούς αγώνες που θα ριχτούν, για την απελευθέρωσή τους από την σκλαβιά του εργοδότη. Οι εργάτριες της Αθήνας ας είναι περήφανες από τον χαιρετισμό αυτό που τους στέλνουν οι προλετάριες του Λαυρίου».
Ταξική αλληλεγγύη
Την 1η Μάρτη, η κυβέρνηση στέλνει στο Λαύριο τον εισαγγελέα Κώνστα, ο οποίος εκτοξεύει φοβέρες για να κάμψει τους απεργούς. Μεταξύ άλλων απειλεί: «Κράτος 7 εκατομμυρίων δεν θα δειλιάσει να σκοτώσει 5 χιλιάδες ταραξίες»!
Η ταξική αλληλεγγύη, όμως, σηκώνει τείχος στον αυταρχισμό της εργοδοσίας και του κράτους της. Καθ΄ όλη τη διάρκεια του αγώνα, καταφθάνουν οικονομικές ενισχύσεις από συνδικάτα και μεμονωμένους ανθρώπους. Αντιπροσωπευτικό είναι το γράμμα που δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» στις 3 Μάρτη 1929: «Αγαπητέ «Ριζοσπάστη». Σου στέλνω 500 δραχμές και σε παρακαλώ να δώσεις τις 250 δραχμές στην εργατική βοήθεια για να συντηρήσει τους εξόριστούς μας και 250 να στείλεις στους ηρωικούς απεργούς του Λαυρίου. Τα λεφτά αυτά τα πήρα βάζοντας ενέχυρο (…) Μόλις το κατορθώσω θα στείλω κι” άλλα».
Χαρακτηριστικό είναι και ένα άλλο γράμμα που επίσης δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» στις 12 Μάρτη 1929: «(…) μην κλονιστείτε από την κρατική τρομοκρατία, να προτιμήσετε να ζήσετε τρώγοντας ρίζες και χορτάρια, παρά να ξαναγυρίσετε στα πηγάδια που είναι σωστές κολάσεις ζωντανών για 25 ψωροδραχμές, φτύνοντας αίμα κι” αποκτώντας την μολυβδίαση, που τις φοβερές συνέπειες τις διάβασα στον «Ριζοσπάστη» μας, ενώ άλλοι πλουτίζουν εις βάρος σας. (…) Αγλαΐα Μέλου. Μητέρα επαναστατών προλετάριων».
Νίκη των εργατών
Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Το Σάββατο 16 Μάρτη, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας υποχρεώνεται σε συμφωνία με την Ενωτική ΓΣΕΕ, που περιελάμβανε: 10% αύξηση σε όλους τους εργάτες και εργάτριες. Να απολυθούν άμεσα όλοι οι κρατούμενοι εργάτες, διατάσσοντας τηλεφωνικώς την αναστολή της εκτόπισής τους. Να επανέλθουν όλοι οι εργάτες στη θέση τους. Εξασφάλιση της αντιπροσώπευσης των εργατών στα ταμεία Αλληλοβοήθειας και Συντάξεων.

Επίσης, αποφασίστηκε να βρεθεί τρόπος για την αποζημίωση της οικογένειας του Συρίγου. Την Κυριακή 17 Μάρτη έγινε μεγάλη συγκέντρωση έξω από τα γραφεία του Σωματείου όπου ανακοινώνεται το περιεχόμενο της συμφωνίας, με τους απεργούς να επιδοκιμάζουν και να αποδέχονται τη συμφωνία.
Στον αντίποδα, η απεργία στα εργοστάσια της Ελευσίνας που ξεκίνησε στις αρχές Μάρτη, τελείωσε μέσα σε λίγες μέρες, με ευθύνη της ηγεσίας της ΓΣΕΕ. Σε ανακοίνωση, η Ενωτική ΓΣΕΕ επεσήμανε πως η ηγεσία της ΓΣΕΕ «εγκατέλειψε τα αιτήματα των εργατών και υπεχώρησεν στις προτάσεις των εργοδοτών, καταβάλλοντας με τα εκεί όργανά του κάθε προσπάθεια για τη διάσπαση και λύση της απεργίας (…) Ετσι οι εργάτες προδομένοι άρχισαν να επανέρχονται στην δουλειά και η απεργία διέρρευσε».
Και πιο κάτω σημειώνει πως η ΓΣΕΕ είναι «τυφλό απεργοσπαστικό όργανο, υποχείριο στα χέρια των εκμεταλλευτών της εργατικής τάξης και το χτύπημα των αγώνων αυτής».

Πηγή:Ριζοσπάστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου