Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Η Αριστερά (και η Ιστορία) στο έργο του Αγγελόπουλου

Ο σκηνοθέτης κάνει πολιτικό και κοινωνικό κινηματογράφο με την πλήρη και ουσιαστική έννοια που μπορούν να ορίσουν οι λέξεις.

Στο βάθος του δρόμου έχει εμφανιστεί κι έρχεται προς το μέρος τους μια ομάδα ανθρώπων παράξενα ντυμένων. Σα, να βγαίνουν από μιαν άλλη εποχή. Τα ρούχα τους ανεμίζουν στον αέρα. Ο νέος (ο Ορέστης) τους παρουσιάζει στον Αλέξανδρο.
-Ο πρώτος αριστερά είναι ο παππούς μου. Πάντα γυρίζει από κάποιο πόλεμο και πάντα τον προδίνουν. Δίπλα του, με τη γούνα, η γιαγιά μου. Τη βλέπεις; Προσπαθεί να φανεί ακόμα νέα. Αυτός με το γκρίζο παλτό είναι ο φίλος της. Ο κακός του έργου… Πιο πέρα, με τα μαύρα, η θεία μου, η Ηλέκτρα. Έτοιμη να πενθήσει τα πάντα. Η μάνα μου μετά. Ξέρεις τι όμορφη που ’τανε κάποτε; 
Ο γέρος με το ακορντεόν είναι η ψυχή του θιάσου. Η μουσική. Αρχή και τέλος!… Ο καλός Πυλάδης… Η γριούλα παραμάνα που με μεγάλωσε… Ο γέρος που δεν έχει όνομα… κι ο ποιητής με το κόκκινο κασκόλ. Όσο τον θυμάμαι, ονειρεύεται πάντα τη μεγάλη επανάσταση… που θα κάψει τον κόσμο… Αυτοί οι περιπλανώμενοι ηθοποιοί είναι η οικογένεια μου, λέει ο νέος
- Τους βλέπεις; λέει στον Αλέξανδρο.
- Είναι λυπημένοι, παρατηρεί ο μικρός.
Ο νέος συνεχίζει σαν να μονολογεί.
- Οι καιροί έχουν αλλάξει… όλα έχουν αλλάξει… Κι αυτοί… λεηλατημένοι από το χρόνο. Πεισματάρηδες… περιφέρονται ασταμάτητα στους δρόμους της Ελλάδας παίζοντας πάντα το ίδιο έργο.»
Η σκηνή είναι από το «Τοπίο στην ομίχλη», το 1988.

Στην ταινία ο θίασος που περιφέρεται τόσα χρόνια, από το 1974, στον ελληνικό ομιχλώδη χώρο και σε τόσα έργα, από το «Θίασο» και δώθε, ξόδεψε όλη τη δύναμη του. Μάταια ψάχνουν να βρουν αίθουσα να παίξουν τη «Γκόλφω». Στην παραλία της Θεσσαλονίκης συντελείται η τελευταία πράξη:
«… φτάνει ο ‘ο κακός’ με τρεις τύπους από αυτούς που αγοράζουν παλιά ρούχα.
- Αυτά είναι, λέει και δείχνει τα κοστούμια του θιάσου.
Οι αγοραστές περιεργάζονται τα κοστούμια. Οι ηθοποιοί έχουν σταθεί στο πλάι, σαν συγγενείς σε κηδεία.
… Ο Ορέστης πλησιάζει τους ηθοποιούς.
- Εμένα δε μ΄ αρέσουν οι κηδείες, λέει. Γειά σας.
Τους αποχαιρετά. Κάποιοι δακρύζουν… Φεύγει απότομα προς τη μοτοσικλέτα κάνοντας νόημα στα παιδιά να τον ακολουθήσουν».
Έτσι ο Ορέστης του «Θίασου», ο Ορέστης του μύθου των Ατρειδών, ο Ορέστης της ελληνικής ιστορίας, κόβει τους δεσμούς με το βουλιαγμένο παρελθόν και συνεχίζει την αναζήτηση του στον ελληνικό χώρο και στον χώρο της ιστορίας. Όλα αυτά παραπέμπουν στην ελληνική τραγωδία του 20ου αιώνα, της εποχής μεγάλων ονείρων και συντριπτικών πτώσεων. Αυτή είναι η μυθολογία σε ολόκληρο το έργο του Θ. Αγγελόπουλου, όπου η Αριστερά, θύτης και θύμα, είναι ο πρωταγωνιστής.

Ο σκηνοθέτης κάνει πολιτικό και κοινωνικό κινηματογράφο με την πλήρη και ουσιαστική έννοια που μπορούν να ορίσουν οι λέξεις. Παρακολουθεί τους ανθρώπους που άγγιξαν την ιστορία και έπεσαν από εκείνο το ύψος, υφιστάμενοι συντριπτικά κατάγματα. «Αφ΄ υψηλά όμως έπεσεν».
Από την «Αναπαράσταση» μέχρι το «Λιβάδι που δακρύζει», δεν κάνει τίποτα άλλο, παρά να διεισδύει σε αυτό το σώμα της ελληνικής κοινωνίας, από την πλευρά της ελπίδας που αντιπροσώπευε και αντιπροσωπεύει η Αριστερά στην Ελλάδα και στον κόσμο.
Όπως λέει και ο ίδιος «πάντοτε ο άνθρωπος ζητάει μια μεγάλη ιδέα που να αξίζει να ζει και να πεθαίνει γι΄ αυτήν. Να ξεπεράσει το κέλυφος της μικρής ατομικής του ιστορίας και να τη δέσει με μια ιστορία που να αγκαλιάζει τη μοίρα του πλανήτη». Η Αριστερά έγινε ο φορέας αυτού του μεγάλου ονείρου τον 20ο αιώνα. Και στο έργο του ο Αγγελόπουλος παρακολουθεί την πορεία, αυτού «που γεννήθηκε ως όνειρο στην αρχή του αιώνα και έγινε εφιάλτης στο τέλος του». Αλλά με τη βαθύτατη πεποίθηση πως το κενό που δημιούργησε η κατάρρευση του δεν μπορεί παρά να καλυφθεί. Όχι εύκολα, όχι σύντομα, αλλά ως αποτέλεσμα μιας νέας αναζήτησης. Η εποχή μας είναι η εποχή ενός μεσοδιαστήματος, «μετέωρη ανάμεσα σ΄ ένα χθες που μοιάζει να έχει τελειώσει κι ένα αύριο που δεν έχει δώσει ακόμη σημάδια τι είναι». Αλλά το όνειρο δεν τελειώνει ποτέ, είναι συνδεδεμένο με την ανθρώπινη περιπέτεια.
«Είναι τραγικό, λέει ο ίδιος, να μην βλέπεις ιστορική προοπτική μπροστά σου. Γιατί μη έχοντας ιστορική προοπτική χάνεται το παρόν. Το παρόν υποφέρει».
Γι΄ αυτό έχει στραμμένα τα μάτια του, και το φακό του, στην Αριστερά.
Μια Αριστερά προορισμένη να εκφράσει τις πιο ανήσυχες, ανατρεπτικές και δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας και ταυτόχρονα σπαρακτικά αμήχανη ή αυτοκαταστροφική, αδύναμη να κατανοήσει τη δύναμη του κεραυνού που της εμπιστεύτηκε η μοίρα. Έτοιμη για να γεννήσει ελπίδες και έτοιμη να τις κατασπαράξει σαν μια Μήδεια.
Τα πρόσωπα των έργων δεν είναι παρά δρώντα πρόσωπα της ιστορίας, είναι οι άνθρωποι που σήκωσαν στις πλάτες τους τις μεγάλες πέτρες και βούλιαξαν με το βάρος τους. Το φάντασμα της επανάστασης που πλανιέται, σιγά-σιγά αποσύρεται, οι άνθρωποι αποσύρονται κι αυτοί, με το δικό τους τρόπο, η έξαρση τους στο επίπεδο της μεγάλης ιστορίας υποχωρεί, τώρα δεν απομένει παρά μονάχα η σάρκα τους και η νοσταλγία.
Το αδιέξοδο βιώνεται από τα πρόσωπα ή ως νοσταλγία ή ως παράδοση στην ήττα. Δεν αναζητούνται οι εγγενείς αδυναμίες, ώστε να συγκροτηθεί μια συνολική απόρριψη ή μια άλλη επιλογή.
Η διαπιστευμένη ελληνική Αριστερά, ωστόσο επιμένει να αναζητά στις ταινίες εκείνο που θέλει να συμβαίνει κι όχι εκείνο που συμβαίνει, διαβάζει το έργο αυτό εντελώς τυπικά και εξακολουθητικά συναισθηματικά, αλλά χωρίς την μπρεχτική αποστασιοποίηση και παρά την υπενθύμιση, οποία ειρωνεία, του Μπ. Μπρεχτ, ότι «τα συναισθήματα έχουν πάντα ένα συγκεκριμένο ταξικό υπόβαθρο».
Η ιστορία και η αγωνία της παίρνει τη μορφή των προσώπων. Μόνον έτσι μπορεί να διεκπεραιωθεί η τραγωδία. Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν, ήρωες ενός ονείρου, μιας «μεγάλης επανάστασης που θα κάψει τον κόσμο», σπρώχνονται συνεχώς έξω από τούτο το όριο. Συνωθούνται στο περιθώριο των γεγονότων, ξοδεύτηκε το καύσιμο του ονείρου τους.
Το ερώτημα που ο Αγγελόπουλος καλεί εμάς να απαντήσουμε είναι πως το όνειρο μπορεί να ξαναπάρει ζωή. Τι είδους θα είναι; Δηλαδή, ποια είναι η Αριστερά όπου μπορούν να επενδυθούν τα νέα όνειρα;
Και ο ίδιος ο βρίσκεται σε αγωνία και αναζήτηση, «εν πλήρη συγχύσει αθώος». Πώς να αποδεχθεί πως πήγε τσάμπα ένας αιώνας και πώς να ελπίσει όταν γύρω του βλέπει ακόμη τα σπαρμένα πτώματα της πίστης του;
Αυτό πιστοποιείται με την σιωπή, τη σιωπή των ηρώων, τη σιωπή του τοπίου, τη σιωπή της Ιστορίας.
Η συζήτηση έχει ανοίξει, αρκετά χρόνια τώρα στην Αριστερά, για την ανανέωση του οράματος, όχι για την επιστροφή της προσδοκίας, αλλά για εκείνο το «πάλι σας δίνω όραμα» που λέει ο ποιητής (Μ. Κατσαρός «Κατά Σαδδουκαίων»), που θα ξαναδώσει σώμα και υπόσταση στην ιστορία, που θα ξαναφέρει τον άνθρωπο στον άνθρωπο.
Αυτή την αρχή των γεγονότων δεν αναζητά σήμερα η εναπομείνασα Αριστερά; Ρακένδυτη και νοσταλγική, δύσπιστη και αναξιόπιστη, ηττημένη και υπερήφανη, έτοιμη να υποκύψει στο μοιραίο ή στον επόμενο ηρωϊσμό;
Και ο Αγγελόπουλος επανέρχεται στην αναψηλάφηση της ιστορίας του αιώνα. Στο «Λιβάδι που δακρύζει» ξαναγυρίζει στις πηγές του ποταμού. Δεν είναι η επανάληψη της ιστορίας, είναι ένα άνοιγμα προς την καινούργια. Το παρελθόν είναι το παρόν, αδιάκοπα εμβαπτιζόμενο στις νέες σκέψεις. Είναι η αοριστία του μέλλοντος και με αυτή την έννοια η αοριστία του παρελθόντος. Όπως λέει και ο ίδιος:
«Το ζητούμενο είναι ένα συλλογικό όραμα που δεν θα «παίζει» με τους όρους του προηγούμενου. Που θα μπορούσε να συνενώνει την έννοια της ολοκλήρωσης του ατόμου με τη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης και ν οδεύει προς το συλλογικό όνειρο. Αλλά αυτό είναι ακόμα ασαφές. Το μόνο που είναι σήμερα σαφές είναι πως κανένας δεν αισθάνεται καλά. Καθένας αισθάνεται το αδιέξοδο στον κατακερματισμένο κόσμο. Μαζευόμαστε ο καθένας στον εαυτό του, στα μικρά μας σύνορα».

Όταν ο Αγγελόπουλος αρχίζει να γυρίζει ταινίες είναι μια εποχή μεγάλων ελπίδων και ανακατατάξεων. Όλα είναι ανοιχτά.
Εν αρχή ην η «Αναπαράσταση» (1970). Εκεί κάνει την πρώτη προσέγγιση της σπαραγμένης μετεμφυλιακής ελληνικής κοινωνίας, όπου κυριαρχεί η ερήμωση της υπαίθρου και η μετανάστευση. Το χωριό όπου γίνεται το φονικό είναι η τυπική έκφραση αυτής της Ελλάδας και οι ήρωες του δράματος τυπικές φιγούρες της αλλοτριωμένης ταξικής κοινωνίας, που βιώνουν το αδιέξοδο και εξεγείρονται με τον πρωτόγονο δολοφονικό τους τρόπο.
Όσο για την αλήθεια που αναζητούν, ανακριτές, δημοσιογράφοι, κοινωνικός περίγυρος, δεν είναι ίδια για όλους, γιατί έχει κοινωνικά ταξικά χαρακτηριστικά, άρα δεν μπορούν να καταλήξουν σε ένα κοινά αποδεκτό συμπέρασμα για τα συμβάντα. Η αναπαράσταση του φόνου είναι αδύνατη. Αναζητείται συνεπώς μια υπέρβαση και μια διαλεκτική σύνθεση, στην ταινία και στην κοινωνία. Το περιβάλλον της καθυστέρησης δεν μπορεί να οδηγήσει σε διέξοδο.

Στις «Μέρες του '36» (1972), πάλι οι ερευνώντες την αλήθεια ή δεν μπορούν να την βρουν ή δεν θέλουν ή είναι αδύνατον στην συνθήκες που επικρατούν. Ωστόσο πίσω από τη κλειστή πόρτα διαδραματίζονται γεγονότα, που ορίζουν την ιστορία. Πικρό, και καίριο σχόλιο, όχι, δυστυχώς, μονάχα για τις μέρες του '36. Είναι δικτατορία στην Ελλάδα, όταν γυρίστηκε η ταινία, αλλά ωστόσο οι ελπίδες της Αριστεράς έχουν αναπτερωθεί. Η αστική εξουσία είναι στην ταινία συνώνυμη της συνωμοσίας και της καθυστέρησης. Κι ωστόσο οι δυνάμεις που θα την ανατρέψουν δεν είναι πρωταγωνιστές. Οι προλετάριοι του έργου είναι μακρινοί και δυσεύρετοι. Προφανές σχόλιο πως τα πράγματα για να ανατραπούν θέλουν μια Αριστερά ικανή να βρεθεί στο προσκήνιο.

Το συνολικό σχόλιο πάντως στην πορεία της ελληνικής ιστορίας ο Αγγελόπουλος το κάνει με το «Θίασο» (1974-75), που παραμένει το κορυφαίο έργο του και το κορυφαίο ολόκληρου του ελληνικού κινηματογράφου.
Εδώ συμπλέκεται ο μύθος, η ιστορία, η προσδοκία μιας νέας εποχής, του «καινούργιου κόσμου». Ο Αγγελόπουλος καλεί τον θεατή να σταθεί κριτικά απέναντι στον πρωταγωνιστή του, την Αριστερά, και απέναντι στην ιστορία. Όπως ο Ορέστης που δεν αναλαμβάνει την ευθύνη της εκδίκησης αλλά «την υποβάλλει σε κριτική, με σκοπό να γίνουν κατανοητά τα κίνητρα του και να προκαλέσει αντιδράσεις». Η προφανής επιδίωξη είναι όχι να την απορρίψει, αλλά να την κατανοήσει και να την αλλάξει.
Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει εδώ το σχόλιο για τον τρόπο που επεξεργάστηκε τον μύθο της η Αριστερά, η οποία επένδυσε σε απλουστευτικά σχήματα και στη συναισθηματική σχέση με τους νεκρούς και τα όνειρα που προδόθηκαν. Για τον Αγγελόπουλο οι προδότες δεν είναι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι, με την ακριβέστερη σημασία του όρου, όπως και οι ήρωες δεν είναι αγιοποιημένα πρόσωπα. Είναι όλοι ζώντα πρόσωπα του δράματος, με πραγματική υπόσταση, με πραγματικές διαστάσεις, με αντιφάσεις, εκφράσεις της ταξικής σύγκρουσης και της κοινωνικής δυναμικής, όπως ο Σοφιανός, στις Μέρες του 36, όπως ο Αίγισθος στο Μυκηναϊκό κύκλο, και στο «Θίασο» κοκ. Όπως και στο Σοφοκλή η σύγκρουση είναι πολιτική και όχι προσωπική.
(Εξ άλλου, πως θα ερμηνευθούν, αν όχι με αυτήν την οπτική, οι «προδοσίες» της επανάστασης, όπως οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Βάρκιζας; Ή, πολύ περισσότερο, η συμφωνία της Γιάλτας;)

Το 1977, μετά το «Θίασο», ο Αγγελόπουλος γυρίζει τους «Κυνηγούς». Το πτώμα του αντάρτη παραμένει «ζωντανή» απειλή. Όσο ζωντανή δηλαδή παραμένει η απειλή –ή η ελπίδα, ανάλογα από πού κοιτάς- της Αριστεράς. Το φάντασμα της ιστορίας παραμένει στ προσκήνιο, όσο κι αν οι νικητές επιμένουν να το θάβουν ή να το κρύβουν. Αυτά τα χρόνια οι μύθοι της αντίστασης έχουν ανασυσταθεί. Αποδίδεται δικαιοσύνη. Οι κόκκινες σημαίες είναι παρούσες στους δρόμους, αλλά και «ματώνουν τη λίμνη» της ταινίας, και συνιστούν μόνιμο εφιάλτη των νικητών, που φοβούνται ακόμη την προοπτική ήττα τους. Το ερώτημα ξαναδιατυπώνεται: «πες μου, η επανάσταση πότε θα γίνει;».
Μονάχα που η άνοιξη δεν κράτησε πολύ. Και εν τέλει δεν επρόκειτο παρά για έναν εφιάλτη. Το πτώμα του αντάρτη θα επιστρέψει στο χιόνι και οι κυνηγοί θα συνεχίσουν την πορεία τους. Η νοσταλγία της Αριστεράς δεν δίνει προοπτική. Η αλήθεια χρειάζεται και πάλι τη διαλεκτική. Θέλει να δέσει το παρελθόν με το μέλλον. Κι όσο αυτό δεν γίνεται, μοιραία θα ακούγεται το βαλς, του αποχαιρετισμού της μεγάλης επανάστασης. Του αποχαιρετισμού που θα επαναλάβει ο Αγγελόπουλος, ως βαλς και σε άλλες ταινίες του.
Το πτώμα της επανάστασης δεν ενταφιάστηκε, είναι απλώς θαμμένο κάτω απ’ το χιόνι. Αλλά, ποιος θα το αναστήσει;

Στο «Μεγαλέξαντρο» (1980) ο Αγγελόπουλος διεισδύει ακόμη βαθύτερα σε ένα από τα πιο καίρια προβλήματα της Αριστεράς, το πρόβλημα της εξουσίας της. Ένα πρόβλημα που η διαπιστευμένη Αριστερά ακόμη και σήμερα αρνείται να κοιτάξει κατά πρόσωπο και να ομολογήσει.
Χαρισματικοί αντάρτες, αναρχικοί, πειθαρχημένοι κομμουνιστές, συγκρούονται σε μια χαρακτηριστική αναζήτηση του μοντέλου λειτουργίας του νέου οράματος. «Ιδιοκτησία είναι… Εξουσία είναι…» Και η Αριστερά παγιδευμένη στη δική της ιδιοκτησία και στη δική της εξουσία, αποκόπτεται από το λαό που θέλει να εκπροσωπήσει, αποκαθιστά το δικό της σύστημα κυριαρχίας, δεν αναγνωρίζει και εν τέλει εξοντώνει τις διαφορές, επαναφέρει το χρόνο που είχαν απορρίψει οι εξεγερμένοι και άλλους καταπιεστικούς θεσμούς της παλιάς εξουσίας, συναλλάσσεται και ηττάται, αφού πριν τα τμήματα της έχουν αλληλοσπαραχθεί.
Το δράμα δεν έχει μονοσήμαντη πορεία και ερμηνεία. Ο Μεγαλέξαντρος εκφράζει την ίδια την ανάγκη του λαού να έχει μύθους, να αναθέσει σε έναν χαρισματικό ηγέτη την εκπλήρωση των προσδοκιών του. Ο ήρωας αναλαμβάνει τον ρόλο και εγκλωβίζεται σ΄ αυτόν. Γίνεται ο ίδιος θύμα πριν γίνει θύτης. Στο τέλος μιλάει μόνος του, νομίζοντας ως η φωνή του είναι και η φωνή των άλλων. Αλλά κανείς δεν μπορεί πλέον να ακούσει.
Ωστόσο όλα αυτά μπορεί να είναι οι αδεξιότητες, οι αδυναμίες, η αμορφωσιά, η συντηρητικότητα του αγροτικού κομμουνισμού. Γι΄ αυτό η ελπίδα παραμένει. Παραμένει αν συντηρηθεί η ιστορική μνήμη. Κι έτσι ο μικρός Αλέξανδρος πάει στην πόλη, σημαδεμένος από την ήττα (και τη γνώση της), και θέτει πάλι τα ερωτήματα, αναζητώντας εκεί τις απαντήσεις.

Αλλά ο Αλέξανδρος παίρνει, το 1984, στο «Ταξίδι στα Κύθηρα», τη μορφή του σκηνοθέτη, που μεταξύ πραγματικότητας και μύθου αναζητεί την ταυτότητα του, τη γενιά του, τις προοπτικές του, τη δική του αριστερά.
Ο γέρος πατέρας ή απλώς ο πρωταγωνιστής του κινηματογραφικού έργου που επεξεργάζεται ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος, δεν εντάσσεται στην νέα Ελλάδα. Ο εξόριστος μαχητής που γυρίζει είναι και πάλι ξένος, και πάλι πρόσφυγας. «Είσαι ένα απολίθωμα. Δεν υπάρχεις» του φωνάζει ο παλιός του αντίπαλος στο χωριό. Άποψη που ουσιαστικά συμμερίζονται και οι λοιποί συμπατριώτες του, που έχουν αλλάξει πια, πήγαν στις πόλεις κι είναι πρόθυμοι «να πουλήσουν και το χιόνι τ’ ουρανού». Δεν νοιώθουν το δικό του μαράζι, την επανάσταση του. Θέλει να τους υπηρετήσει, αλλά αυτοί δεν θέλουν.
Δεν φτάνουν οι προθέσεις, είναι σαν να σχολιάζει ο Αγγελόπουλος, δεν αρκεί να δηλώνεις πως αντιστέκεσαι στην γενικευμένη απαλλοτρίωση. Οι παλιές ηρωικές περγαμηνές δεν παρέχουν πιστοποιητικό εγκυρότητας. Μπορεί να συγκινούν, αλλά δεν συνεπαίρνουν. Οφείλεις να καταλάβεις, να προτείνεις λύσεις. Κι έτσι ο μεν πατέρας, Σπύρος, μένει και πάλι εξόριστος στα διεθνή ύδατα, ο δε γιός, Αλέξανδρος, η επόμενη γενιά, και πάλι πρόσφυγας στη δικιά του ζωή. Είναι μια εποχή, 1984, όπου παρά το ότι δεν έχει υπογραφεί η ληξιαρχική πράξη θανάτου των «σοσιαλιστικών καθεστώτων», απλώνεται βαθύτερα μια απογοήτευση ή και απελπισία σε εκείνους που πίστεψαν τα μεγάλα ιδανικά, το ταξίδι στα Κύθηρα, το ταξίδι στην ουτοπική –όχι ανέφικτη- ευτυχία, την «μεγάλη επανάσταση που θα κάψει τον κόσμο». Κι όμως ο Αγγελόπουλος ξανά μια ελπίδα, «σε πείσμα όλων των ηλιθίων θεωρεί τα Κύθηρα υπαρκτά και το ταξίδι σ΄ αυτά εφικτό», όπως σχολιάζει ο Βασ. Ραφαηλίδης.

Το 1986, στο «Μελισσοκόμο» ο Αγγελόπουλος κάνει ένα βήμα ακόμη. Παρακολουθεί με λατρεία τους ανθρώπους που έκαναν το «ταξίδι». Ναυαγισμένοι τώρα, αναζητούν μια επαφή, μα τα παλιά συνθηματικά δεν γεμίζουν τις παρούσες ημέρες. Το «ταξίδι» κοστίζει πολύ σε ναυάγια. Αλλά μόνον έτσι μπορεί να αποκαλυφθεί ο κόσμος. Τους παρακολουθεί με λατρεία, τους χαϊδεύει τρυφερά αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτούς. Χωρίς αυτούς δεν θα γινόταν κανένα ταξίδι. Παρηγορεί την απόγνωση τους και τους οδηγεί, για χάρη της ιστορικής ανάγκης, ως το τέλος, ως την συνέπεια των επιλογών τους. Γιατί αποτελούν τη Μνήμη και την Ιστορία.
Ο Σπύρος στο «Μελισσοκόμο» ζει ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Προσπαθεί να ξανασυνδέσει τα νήματα, αλλά ούτε με τους παλιούς του συντρόφους μπορεί να βρει παρηγοριά, ούτε με το παρόν τρόπο επικοινωνίας. Το παρελθόν είναι ηρωϊκό και ένδοξο, πλην είναι νεκρό. Σαν την ουσία της αναζήτησης ολόκληρης της Αριστεράς. Αδυνατεί να μπει στο μέλλον, καθηλωμένη στη νοσταλγία.
Ο Σπύρος «μελισσοκόμος» όπως ο άλλος Σπύρος, ο Κατράκης στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» (και δεν είναι ασφαλώς τυχαία η χρήση του ίδιου ονόματος) οδηγείται και αυτός στην τρίτη εξορία, την βαρύτερη, την οριστική. Δεν μπορεί να βρει τόπο να σταθεί, οι τόποι έχουν χάσει την ιστορία τους. Προτιμάει να παραδοθεί στις μέλισσες, στέλνοντας, τελευταία του συνεισφορά, μηνύματα με τους παλιούς κώδικες. Κάποιοι στο μέλλον θα καταλάβουν το μήνυμα. Θα συνδέσουν την ιστορία, θα επαναφέρουν την μνήμη.
Παρασυρμένος από τη δική του αγωνία, και την αγωνία του τέλους του αιώνα, ο Αγγελόπουλος αναζητεί μια έξοδο από το «Τοπίο στην ομίχλη» (1988) της ελληνικής ζωής. Μονάχα που το σπασμένο χέρι του αγάλματος που ανασύρει ο γερανός από τη θάλασσα δεν δείχνει προς τα πού οδηγούμαστε, τα αγάλματα δεν θα δείξουν τι να κάνουμε, τα αγάλματα είναι η μνήμη, το παρόν είμαστε εμείς, που πρέπει να επιλέξουμε το δρόμο. Τα παιδιά ψάχνουν για έναν ιδεατό πατέρα, σημασία έχει το ταξίδι, σημασία έχει να μην πάψει η αναζήτηση. Σημασία έχει να μάθουμε το παραμύθι της δημιουργίας για να ξανασυγκροτήσουμε τον κόσμο. Ο αγώνας συνεχίζεται.

Αλλά μεσολαβούν καταρρεύσεις. Ο εφιάλτης της Αριστεράς και των ανθρώπων που την πίστεψαν γίνεται πραγματικότητα. Νέοι πρόσφυγες περνάνε τα κάθε είδους σύνορα. Κι έτσι, το 1991 πια, στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» ο Αλέξανδρος, γυρίζει ως δημοσιογράφος για να ερευνήσει το νέο τοπίο, τον κατακερματισμένο κόσμο, να ανακαλύψει τον αυτοεξόριστο πολιτικό και το δράμα από τις νέες προσφυγιές, στα σύνορα, «τους πιο αδιάψευστους μάρτυρες της αποτυχίας».
Εδώ τίθεται το θέμα των συνόρων, ως ορίων, ορίων στη ζωή μας, στην τέχνη, στην πολιτική, στην επικοινωνία, στα κάθε τι. Και της ανάγκης να υπερβούμε τα όρια. «Από ένα χθες καμένο σε ένα άλλο του ονείρου», λέει ο σκηνοθέτης «όπου όλοι θα έχουν υπερβεί τη γραμμή των ορίων, σαν ένα πέρασμα σε ένα χρόνο ελευθερίας».
Ο Αλέξανδρος στις πόλεις ζει στο ίδιο αδιέξοδο, μονάχα που αυτή τη φορά δείχνει να καταλαβαίνει. Κι αυτό είναι μια ελπίδα.
Κι έτσι ο Αγγελόπουλος οδηγείται, από τη διαλεκτική των εξελίξεων, στη νέα αναζήτηση. Πρέπει να πάει ως τις ρίζες του ποταμού, ως τις πηγές της ιστορίας, να βρει την πρώτη εικόνα που κατέγραψε το ανθρώπινο βλέμμα κοιτάζοντας τον κόσμο. Η πρώτη αρχή. Να ξετυλίξει το νήμα. Στην αρχή του 20ου αιώνα, τότε που άρχισαν όλα. Γι΄ αυτό κάνει το «Βλέμμα του Οδυσσέα».
Αλλά ο σκηνοθέτης που αναζητεί το πρώτο βλέμμα κουβαλώντας σ΄ όλο το σώμα του τις μνήμες και πίνοντας «στη θάλασσα που δεν εξαντλείται. Στη θάλασσα αρχή και τέλος… Στον Τσάρλυ Μίνγκους, στον Τσιτσάνη, στον Καβάφη, στον Τσε Γκεβάρα… στο Μάη του ’68… στη Σαντορίνη… Κοιμηθήκαμε γλυκά σ΄ έναν κόσμο και ξυπνήσαμε βίαια σ΄ έναν άλλο».
«Για να ’ρθετε εδώ αναζητώντας κάτι χαμένο, πρέπει να ’χετε πολλή πίστη ή …πολλή απελπισία», όπως λέει στο σκηνοθέτη ο γερο-συντηρητής στην Ταινιοθήκη του κατεστραμμένου Σεράγεβο, εκεί όπου τα φαντάσματα βγαίνουν στους δρόμους με την ομίχλη και συντηρούν τη ζωή. Τη μουσική της.
Όπως απαγγέλλει ο πρωταγωνιστής, ο ίδιος ο Αγγελόπουλος, στην τελευταία σκηνή:
«Όταν γυρίσω,
θα γυρίσω με τα ρούχα ενός άλλου.
Κανείς δεν θα με περιμένει.
Ανάμεσα σ΄ ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο,
Ανάμεσα σ΄ ένα κάλεσμα κι ένα άλλο,
Θα σου διηγούμαι το ‘‘ταξίδι’’ όλη νύχτα
κι όλες τις νύχτες που θα ’ρθουν.
Ανάμεσα σ΄ ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο,
Όλη την ανθρώπινη περιπέτεια,
την περιπέτεια που ποτέ δεν τελειώνει…»
Κι έτσι πια, στο «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», ο Αλέξανδρος ένας συγγραφέας τώρα, ένας «απλός συλλέκτης λέξεων», ψάχνει ακόμη, ψάχνει τις λέξεις για να συμπληρώσει το ποίημα, το έργο του που εγκαταλείπει ανολοκλήρωτο. Περιφέρεται στο τέλος του ονείρου του και της ζωής του, αναζητώντας τον τρόπο, τις λέξεις, για να ξαναπάρει νόημα η ζωή.
Περιπλανάται ανάμεσα στα συντρίμμια των ονείρων της γενιάς του. Και της ζωής του. Αλβανοί πρόσφυγες, κρυσταλλωμένες σχεδόν φιγούρες στα συρματοπλέγματα των συνόρων, προς μια απροσδιόριστη φυγή. Το μέλλον δεν έχει σχήμα. Δώστε ένα όνειρο στο μέλλον, φωνάζει ο σκηνοθέτης, χαμηλόφωνα, τόσο σπαρακτικά, τόσο από το σπλάχνο του και το μυαλό του! Και ξαναγυρίζει στην πρωταρχική συσσώρευση, να ανακτήσει τη μητρική γλώσσα, να ανακτήσει την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα.
«Και τι μπορεί να κάνει ένας ποιητής; Να τραγουδήσει την επανάσταση, να κλάψει τους νεκρούς, να ανακαλέσει το χαμένο πρόσωπο της ελευθερίας». Αυτό θέλει να κάνει ο Αγγελόπουλος, αυτό μπορεί να παραδώσει στα παιδιά του και στη γενιά που ακολουθεί. Στη ζωή που συνεχίζεται.
Άλλες φορές οι κόκκινες σημαίες ήσαν πολλές, τώρα μια και μόνη. Την κρατάει ένας φοιτητής, αποκοιμισμένος στο λεωφορείο που γυρίζει αδιάκοπα στην έρημη πόλη. Κι ωστόσο η ελπίδα είναι παρούσα. Ένα μικρό αλβανόπουλο. Ένα ακόμη παιδί. Όπως όλα τα παιδιά που εμφανίζονται στο έργο Αγγελόπουλος.

Και επί πλέον ένας ακόμη πρόσφυγας, όπως όλοι οι πρόσφυγες στο έργο του.

Αν παραθέσαμε κατά χρονολογικής σειρά τις εντυπώσεις από τις ταινίες του Αγγ. είναι γιατί έτσι ακριβώς αποτυπώνεται καλύτερα η πορεία της σκέψης και της αναζήτησης του σκηνοθέτη, παράλληλα και υπό την επίδραση των συγκλονιστικών ιστορικών γεγονότων. Η ζωντανή ελπίδα των αρχών, μεταβάλλεται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να διατηρηθεί η αισιοδοξία, για να καταλήξει στην κραυγή απόγνωσης. Όπου η απόγνωση δεν σημαίνει τέλος. Αλλά την αναγκαία επιστροφή στη μνήμη, για τη νέα αναζήτηση, τη συνέχεια του «ταξιδιού», της περιπέτειας.
Γι΄ αυτό και στο τελευταίο του έργο, στο «Λιβάδι που δακρύζει», παίρνει τα πράγματα πάλι από την αρχή. Να ξετυλίξει πάλι το νήμα. Η αρχή του αιώνα, η Ρώσικη επανάσταση, οι συνεχείς πρόσφυγες. «Τ’ όνομα μου είναι Ελένη. Είμαι εδώ για απόκρυψη τραυματία αντάρτη. Ναι, φύλακα, είμαι πρόσφυγας κι εξόριστη από παντού… ένα κορίτσι τριών χρόνων που κλαίει στην προκυμαία..»
Και μας πάει πάλι στις πηγές: «Χθες βράδυ ονειρεύτηκα ότι ξεκινήσαμε μαζί να βρούμε τις πηγές του ποταμού. Ένας γέρος μας οδηγούσε. Περάσαμε χίλια μικρά ρυάκια και κάποια στιγμή ψηλά, κάτω από τις χιονισμένες κορφές, ο γέρος μας έδειξε ένα κομμάτι γης από άγριο χορτάρι σ’ ένα σκιερό και υγρό μέρος. Κάθε φύλλο χόρτου κρατούσε μικρές σταγόνες δροσιάς που έπεφταν κάθε τόσο στο μαλακό χώμα. Αυτό το λιβάδι, είπε ο γέρος, είναι οι πηγές του ποταμού. Έσκυψε και άπλωσε το χέρι σου στο υγρό χόρτο. Όταν το σήκωσε λίγες σταγόνες κύλησαν και έσταξαν πάνω στη γη…»  του Θανάση Σκαμνάκη

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διαβάζω», τ. 457, Δεκέμβριος 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου