Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Αντρές Ρουτζέρι: Διεθνισμός με αυτοδιαχείριση των εργαζομένων

συνέντευξη στον Χρήστο Αβραμίδη
Στην Αργεντινή υπάρχει ένα μεγάλο κοι­νωνικό κίνημα, καταλήψεων εργοστασίων. Ποια είναι η κατάσταση σήμερα;
Σήμερα, υπάρχουν 370 ανακτημένες επιχειρήσεις στην Αργεντινή, όπου απα­σχολούνται 16.000 εργαζόμενοι. Σε αυ­τούς τους πρώτους μήνες της κυβέρνη­σης του Μαουρίτσιο Μάκρι, η κατάστα­ση των ανακτημένων επιχειρήσεων έχει ει­σέλθει σε μια νέα φάση. Οι έντονες αλλα­γές στην εθνική πολιτική οικονομία επη­ρεάζουν τόσο τις επιχειρήσεις που ανα­κτήθηκαν απ’ τους εργαζόμενους όσο και την παραγωγική δραστηριότητα στο σύ­νολό της. Την ίδια στιγμή, εκτός από αυ­τά τα στοιχεία της μακροοικονομικής πο­λιτικής από την κυβέρνηση, και άλλες ιδι­αίτερες πτυχές επηρεάζουν τις ανακτημέ­νες επιχειρήσεις και τις πρακτικές της αυ­τοδιαχειριζόμενης εργασίας εν γένει. Οι πιο προφανείς επιπτώσεις σχετίζονται με την εκτεταμένη αύξηση του κόστους των προμηθειών, την απότομη πτώση της κα­τανάλωσης, το άνοιγμα των εισαγωγών, την υποτίμηση και τις τεράστιες αυξήσεις των τιμών — ιδίως της ηλεκτρικής ενέρ­γειας και του φυσικού αερίου, τα οποία εί­ναι απαραίτητα για τη λειτουργία οποιασ­δήποτε οικονομικής μονάδας.
Η κατάσταση είναι σαφώς ανησυχη­τική και μια συνολική ματιά κάνει φανε­ρή την επίθεση εναντίον των ανακτηθέ­ντων επιχειρήσεων σε διάφορα μέτωπα. Ενώ μια άμεση επίθεση από την πλευρά της εθνικής κυβέρνησης δεν μπορεί ακό­μη να ειδωθεί συγκεκριμένα, μπορούμε να δούμε μια τεράστια αλλαγή στη στά­ση του κράτους προς τον τομέα. Είτε έχει ήδη δρομολογηθεί είτε όχι η πολιτική αυ­τή, φαίνεται να διεξάγεται μία επίθεση με διάφορα μέσα, που αιτιολογείται με βά­ση τα αγοραία ιδεολογήματα περί «επεν­δύσεων» και «αποτελεσματικότητας», χω­ρίς ωστόσο η κυβέρνηση να εμφανίζεται ως άμεσα μετέχουσα,
Ως εκ τούτου, πέρα από την επίδει­ξη ανοχής στους ιδιοκτήτες που απομυ­ζούν τους πόρους των εταιριών τους και τις επιδρομές δικαστών σε υπάρχουσες ή δυνητικά ανακτημένες επιχειρήσεις, η διάλυση των λίγων κρατικών εργαλείων που υπήρχαν για την υποστήριξή τους και οι άμεσες επιθέσεις μέσω βέτο στοχεύουν στον οικονομικό στραγγαλισμό τους, μα­ζί με την υπόλοιπη παραγωγική οικονο­μία. Ταυτόχρονα, οι προσπάθειες των τυ­χοδιωκτών και των μαφιόζων υποστηρί­ζονται ή διευκολύνονται, επιδεινώνοντας τις εσωτερικές συγκρούσεις που βγαίνουν στην επιφάνεια σε περιόδους οικονομι­κών δυσκολιών.
Στο βιβλίο σου χρησιμοποιείται ο όρος «ανακτημένες επιχειρήσεις». Γιατί συμβαί­νει αυτό;
Ο όρος «ανακτημένες επιχειρήσεις» ο οποίος, για τους σκοπούς μας, αναφέρεται πιο συγκεκριμένα ως επιχειρήσεις ανακτη­μένες από τους εργαζόμενους (ERT), δεν υπήρχε πριν από το 2001, ούτε στην Αρ­γεντινή αλλά ούτε και οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Η έκφραση γεννήθηκε κατά τη διάρκεια των αγώνων του 2001 και επινοή­θηκε από τους ίδιους τους εργαζόμενους, πρόθεση των οποίων ήταν να υπογραμμί­σουν με αυτή την ορολογία ότι το κύριο ενδιαφέρον τους ήταν να ανακτήσουν μια πηγή απασχόλησης που θα παρέμενε για πάντα χαμένη χωρίς κάποια μορφή αντί­στασης.
Συμπληρώθηκε ένας χρόνος από όταν η κεντροαριστερή κυβέρνηση έχασε τις εκλογές και ο Μαουρίτσιο Μάκρι, ανέλα­βε την εξουσία. Ποιες είναι οι ομοιότητες και ποιες οι διαφορές;
Τα κυριότερα μέτρα της κυβέρνησης Μάκρι, είναι σχεδιασμένα με τέτοιο τρό­πο ώστε να περιορίσουν περαιτέρω τις κοι­νωνικές πολιτικές και να δημιουργήσουν ένα νέο εξωτερικό χρέος. Σύμφωνα και με τις απαιτήσεις των οικονομικών «γυπών» («fondos Buitres»), στόχος είναι να μει­ώσουν τον αριθμό των δημοσίων υπαλ­λήλων και να βάλουν τέλος στο αποκα­λούμενο «απόθεμα ανταλλαγής» («cepo cambiario) –της πολιτικής δηλαδή που ελέγχει την ποσότητα του ξένου συναλ­λάγματος– δημιουργώντας έτσι μια υπο­τίμηση του Πέσο, του εθνικού νομίσμα­τος της Αργεντινής, της τάξεως του 40%. Η πρώτη γραμμή της κυβέρνησης αποτε­λείται από διευθύνοντες συμβούλους πο­λυεθνικών και μεγάλων εθνικών εταιρειών. Το κύριο μέλημά τους είναι να εξασφαλί­σουν χαμηλούς μισθούς για την εργατική τάξη, έτσι ώστε οι εταιρείες τους να αποκτή­σουν μεγαλύτερα κέρδη. Σε αυτό το πλαί­σιο, οι κοινωνικές κατακτήσεις είναι σε πο­λύ μεγάλο κίνδυνο, και κάποιες από αυτές έχουν ήδη καταπατηθεί. Η πρώτη επίθεση ήταν ενάντια στο δικαίωμα της δημόσιας διαμαρτυρίας, με την κυβέρνηση να αφή­νει στη φυλακή μια εγχώρια ηγέτιδα, όπως η Μιλάγκρο Σάλα από τη βόρεια επαρχία της Χουχούι, και την κρατική καταστολή σε βάρος των διαδηλώσεων εργαζομένων, τό­σο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού το­μέα. Η χώρα φαίνεται να οδεύει προς έναν οικονομικό κύκλο νέας αποβιομηχάνισης της εθνικής οικονομικής δομής, του οποί­ου τα βασικά χαρακτηριστικά μοιάζουν με εκείνα της περιόδου του νεοφιλελευθερι­σμού των Μένεμ και Καβάλο, την δεκαε­τία του ’90 (απορρύθμιση, ευελιξία, ακραία επισφάλεια, άνοιγμα των εισαγωγών, εξω­τερικό χρέος κ.α.), αλλά με πολύ μεγαλύ­τερη ταχύτητα εφαρμογής. Σε σύγκριση, η κυβέρνηση Κίρχνερ ήταν μια νεοκεϋνσια­νή κυβέρνηση, με μια ισχυρή δημόσια πο­λιτική για να αυξήσει την εσωτερική αγο­ρά, αλλά χωρίς βέβαια να επιτεθεί στην βά­ση της καπιταλιστικής οικονομίας και του πολιτικού συστήματος.
Ποια είναι η γνώμη σου για τον αγώ­να της ΒΙΟΜΕ;
Η ΒΙΟΜΕ είναι ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα κατειλημμένου από τους ερ­γάτες εργοστασίου στην Ευρώπη. Αντι­προσωπεύει την αρχή μιας νέας κίνησης της αυτοδιαχείρισης των εργαζομένων, έτσι ώστε να αμφισβητηθούν οι νεοφιλε­λεύθερες πολιτικές της ΕΕ και η επισφά­λεια της εργατικής τάξης. Το γεγονός ότι η ΒΙΟΜΕ κατάφερε να οργανώσει την περα­σμένη εβδομάδα μια μεγάλη συνάντηση με θέμα συζήτησης την οικονομία των εργα­τών είναι ένα παράδειγμα του ρόλου που έχει το συγκεκριμένο εργοστάσιο αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη.
Ποια είναι η γνώμη σου για τις πολιτικές της ελληνικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊ­κής Ένωσης, στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα;
Η ελληνική κυβέρνηση είναι το πιο χαρακτη­ριστικό παράδειγμα της αδυναμίας της παλαιάς Ευρωπαϊκής αριστεράς να αντιμετωπίσει τις νέ­ες προκλήσεις της νεοφιλελεύθερης εποχής. Ει­δικά σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου δεν μπορεί να αντισταθεί στην δύναμη μιας υπερεθνικής κυβέρ­νησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, όπως αυτή εκφράζεται από την τρόικα, που επιβάλλει σχέδια προσαρμογής, περικοπές σε μισθούς και δημόσιες επενδύσεις, τα οποία μόλις πριν από λί­γο καιρό φάνταζαν αδιανόητα. Υπό αυτές τις συν­θήκες, η κρίση είναι το ιδανικό πλαίσιο για πο­λυεθνικές εταιρίες που δεν έχουν παραγωγικό­τητα ή οικονομικά προβλήματα, ούτε δυσκολίες στην προώθηση της παραγωγής τους στις τοπι­κές αγορές, να κλείσουν εργοστάσια στις χώρες, όπου όχι μόνο υπάρχει καλύτερη εργατική νο­μοθεσία αλλά επίσης και καλύτεροι μισθοί και τα εργατικά συνδικάτα και σωματεία έχουν ένα ορισμένο επίπεδο εξουσίας, και να μετεγκατα­σταθούν σε περιοχές που προσφέρουν καλύτε­ρες συνθήκες για τη συσσώρευση του πλούτου σε βάρος των εργαζομένων τους. Με τον τρό­πο αυτό, η οικονομική κρίση είναι μια ευκαιρία για το μεγάλο ευρωπαϊκό κεφάλαιο, υπό τη δι­οίκηση των οικονομικών συμφερόντων όπως εκφράζονται μέσω των κεντρικών τραπεζών. να καταργήσει με συνοπτικές διαδικασίες τους μη­χανισμούς, τους κανονισμούς και το πλαίσιο του κράτους πρόνοιας.
Ποια είναι η σημασία της Ευρωμεσογειακής συνάντησης που διεξήχθη στη ΒΙΟΜΕ και ποια τα επόμενα βήματα;
Η Δεύτερη Ευρωμεσογειακή Συνάντηση ήταν ένα μεγάλο βήμα ώστε να δομηθεί ένα ερ­γατικό δίκτυο για την πάλη ενάντια στις νεοφι­λελεύθερες πολιτικές, ένα ισχυρό εργατικό κίνη­μα αυτοδιαχείρισης και να γίνει συζήτηση γύρω από τους τρόπους δημιουργίας μιας εναλλακτι­κής και μη καπιταλιστικής οικονομίας. Ωστόσο, αυτό ήταν μόνο η αρχή μιας τέτοιας διαδικασί­ας. Κατά τη γνώμη μου, το ευρωπαϊκό δίκτυο πρέπει να περιλαμβάνει και τους εργάτες από τις γειτονικές χώρες, όπου υπάρχει φθηνό ερ­γατικό δυναμικό και μεγάλη εκμετάλλευση, ενώ εμφανίζονται και φαινόμενα ρατσισμού.
Εάν το Ευρωμεσογειακό Δίκτυο για την οικονομία των εργαζομένων περιορίζεται μόνο στην Ευρώπη, υπάρχει ο κίνδυνος να οικοδομήσουμε μια νέα ευρωκεντρική ματιά σχετικά με τα προβλήμα­τα του παρόντος καπιταλισμού. Στην πραγμα­τικότητα, το Ευρωμεσογειακό Δίκτυο για την οικονομία των εργαζομένων έχει νόημα μόνο αν δομηθεί σε παγκόσμια πλαίσια. Το επόμε­νο βήμα είναι να μεγαλώσει το δίκτυο. Εάν εί­ναι δυνατόν, η διαμόρφωση ενός οικονομικού δικτύου με τη συμμετοχή και άλλων εργαζομέ­νων ανακτημένων επιχειρήσεων και συνεταιρι­σμών, όπως έχουν προτείνει οι εργαζόμενοι της ΒΙΟΜΕ, θα ήταν ένα μεγάλο και σημαντικό βή­μα στην ενοποίηση του δικτύου αυτού. Του χρό­νου, η 6η Διεθνής Συνάντηση για την οικονομία των εργατών στην Αργεντινή (πιθανώς από τις 30 Αυγούστου έως τις 2 Σεπτεμβρίου), θα είναι μια ευκαιρία για να διευρύνουμε την κίνηση και προς άλλες ηπείρους, όπως η Ασία και η Αφρι­κή, και να οικοδομήσουμε μια στενότερη σχέ­ση μεταξύ των εργαζομένων από διαφορετικές χώρες και ηπείρους, οι οποίοι αναζητούν έναν νέο διεθνισμό με κεντρικό του στοιχείο την αυ­τοδιαχείριση των εργαζομένων.
prin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου